Babis Bizas – Carnet De Voyage – Νησιά Κεργκελέν: Στη γη των Βασιλικών Πιγκουίνων

  Το άλλο πρόσωπο του Ινδικού Ωκεανού…

Η διαδρομή από το αεροδρόμιο της Ρεουνιόν μέχρι την περιοχή Λε Πορ όπου βρίσκεται το νέο λιμάνι του νησιού, ήταν κάτι λιγότερο από μία ώρα. Στην πύλη που οδηγούσε στην αποβάθρα όπου περίμενε το MARION DUFRESNE ζητήσανε τα διαβατήρια αυτών που επρόκειτο να επιβιβαστούν. Το πλοίο πηγαίνει 4 φορές το χρόνο και ανεφοδιάζει τις τρεις γαλλικές βάσεις που βρίσκονται 3000 χιλιόμετρα νότια του νησιού Ρεουνιόν στην Υποανταρκτική ζώνη. Ακατοίκητα από γηγενείς κατοίκους φιλοξενούν περίπου 200 άτομα όλα κι όλα, για τα οποία ξοδεύονται εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο για ανεφοδιασμό και επιστημονικό εξοπλισμό.

Ο λόγος; Τα νησιά αυτά της Υποανταρκτικής περιοχής, προσθέτουν 2.000.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα ΑΟΖ στην οικονομική επικράτεια της Γαλλίας. Η χώρα έχει λόγους να επιβεβαιώνει με κάθε τρόπο την κυριαρχία της σ αυτά. Στο ευρύ κοινό –όσο θεωρείται ευρύ στην περίπτωση αυτή-, είναι γνωστά σαν νησιά Κεργκελέν. Στους πιο μυημένους γίνεται διάκριση και ξεχωρίζουν το Κροζέ, το Κεργκελέν και το Αμστερντάμ που είναι και τα ονόματα των βάσεων. Γεωγραφικά όμως πρόκειται για ένα λάθος που μονιμοποιήθηκε. Τα τρία αυτά ονόματα αντιπροσωπεύουν ουσιαστικά τα 3 αρχιπελάγη και όχι τα νησιά. Σα να λέγαμε Επτάνησα, Κυκλάδες, Σποράδες.

Το Κροζέ απαρτίζεται από 5 κύρια νησιά και δεκάδες βραχονησίδες και η βάση «Κροζέ» βρίσκεται στο νησί Ποσεσιόν. Ομοίως το Κεργκελέν που επέβαλε το όνομα του σ όλα τα γαλλικά νησιά αυτής της ζώνης, απαρτίζεται από ένα μεγάλο νησί στο μέγεθος της Κορσικής και 300 μικρά. Η βάση βρίσκεται στο κυρίως νησί Κεργκελέν. Μερικοί το αποκαλούν και  Γκραντ Τέρ, παρ΄ ότι κανένας χάρτης δεν το αναφέρει με το όνομα του. Το τελευταίο σύμπλεγμα, το Αμστερντάμ, (ο τόνος στο τέλος) απαρτίζεται από δύο νησιά: το Σαιντ Πoλ και το Αμστερντάμ. Και η βάση «Αμστερντάμ» βρίσκεται (επιτέλους) στο σωστό νησί. Το χαρακτηριστικό των 3 νησιωτικών συμπλεγμάτων είναι ότι απέχουν μεταξύ τους ….1500 χιλιόμετρα. Όσο η Αθήνα από τη Βουδαπέστη. Αυτά τα αρχιπελάγη έρχεται να συνδέσει το MARION DUFRESNE σ ένα ταξίδι εποποιία που κρατάει 29 μέρες και επαναλαμβάνεται 4 φορές το χρόνο.

Στις 2.30 το μεσημέρι σταθήκαμε μπροστά στην σκάλα  του πλοίου με τις βαλίτσες μας ρίχνοντας κλεφτές ματιές στους μελλοντικούς συνταξιδιώτες που περίμεναν την σειρά τους . Ο Φιλίπ Μιστράλ δεν άργησε να φανεί και σαν υπεύθυνος του τουριστικού τμήματος της αποστολής, άρχισε να δίνει οδηγίες. Το πλοίο παρ΄ ότι είναι επιφορτισμένο να ανεφοδιάζει τις αποστολές των βάσεων και να μεταφέρει προσωπικό και στελέχη, «επιτρέπει»  επί πληρωμή σε 8-10 άτομα κάθε φορά να συμμετέχουν στο ταξίδι και να επισκεφτούν ότι είναι εφικτό μέσα στα περιθώρια της αποστολής του πλοίου. Σε καμιά περίπτωση δεν πλασάρεται σαν κρουαζιερόπλοιο και δεν δεσμεύεται για κανένα πρόγραμμα ή αξιοθέατο. Παρά τα λίγα που υπόσχεται και προσφέρει εν τούτοις, η λίστα αναμονής ξεπερνάει τα 3 χρόνια! Όταν μας πληροφόρησαν μετά από 3 χρόνια που είχαμε δώσει προκαταβολή ότι ήρθε η σειρά μας αρχίσαμε τις  προετοιμασίες. Οι Γάλλοι για να είναι σίγουροι ότι δεν θα βρεθούν μπροστά σε «ακατάλληλους» ταξιδιώτες ζητάγανε ιατρικές βεβαιώσεις ότι δεν υποφέρουμε από  καμιά …10αρια ασθένειες σαν να πηγαίναμε να καταταγούμε  στη σχολή Ευελπίδων. Ακόμα ότι δεν είμαστε υπέρβαροι και ότι είμαστε σε θέση να ανεβούμε στο πλοίο με ανεμόσκαλα!!!

Προς στιγμήν διστάσαμε, είχαμε ταξιδέψει με δεκάδες πλοία στην Ανταρκτική τη Γροιλανδία, ακόμα και στη Γη Φραγκίσκου Ιωσήφ, αλλά αυτό δεν είχε ξαναπροκύψει!

Τελικά το πήραμε απόφαση. Αποκρύψαμε 10 κιλά από το βάρος μας, γράψαμε σε όλα “OUI” σε ότι ρώταγε το δελτίο συμμετοχής και πήραμε το αεροπλάνο για τη Ρεουνιόν. Ότι ήθελε ας προκύψει.

ΚΡΟΖΕ (Νήσος Ποσεσιόν)

Στις 8 και 1 λεπτό το πρωί της Τετάρτης το MARION DUFRESNE έριξε άγκυρα στον μικρό κόλπο του νησιού Ποσεσιόν. Είχαν περάσει 111 ώρες από τη στιγμή που σαλπάραμε για το  Κροζέ 3000 χιλιόμετρα νότια της νήσου Ρεουνιόν.

Το Κροζέ είναι ένα από τα τρία αρχιπελάγη που απαρτίζουν τα Γαλλικά Νότια Εδάφη. Αυτός ο γεωγραφικός όρος,  είναι γνωστός μόνο στους γραφειοκράτες του υπουργείου Υπερπόντιων Υποθέσεων. Μάλιστα είναι ακόμα πιο περίπλοκος και ορίζεται σαν ΤΑΑF,  Terres Australes et Antarctiques Francaises, μιας και περιλαμβάνει και ένα κομμάτι γης στην Ανταρκτική. Και για να γίνουν τα πράγματα ακόμη πιο περίπλοκα, στην ίδια διοίκηση βρίσκονται κάτι μικροσκοπικά …τροπικά νησιά πέριξ της Μαδαγασκάρης, τα λεγόμενα Διασκορπισμένα Νησιά (Iles Eparses).

Οι κοινοί θνητοί αποκαλούν τα Γαλλικά Νότια Εδάφη, απλώς: Νησιά Κεργκελέν. Από το όνομα του μεγαλύτερου αρχιπελάγους.

Το Ποσεσιόν (ή Κροζέτ όπως γενικευμένα αποκαλείται) είναι ένα μικρό νησί 150 τ.χ. που φιλοξενεί την επιστημονική βάση 50 ατόμων και μετατρέπει έτσι το Αρχιπέλαγος σε …κατοικημένο.

Άρχισαν οι πυρετώδεις προετοιμασίες αποβίβασης. Μαζί μας ταξίδευε ο Κυβερνήτης των TAAF, ένα ανώτερο στέλεχος καριέρας στο Υπουργείο Υπερπόντιων Υποθέσεων που τον διόρισαν κυβερνήτη των νησιών με έδρα την μικρή πόλη Σαιν Πιέρ στο Ρεουνιόν.  

Το ελικόπτερο πηγαινοερχόταν μεταφέροντας πότε επιβάτες και πότε εξοπλισμό κρεμασμένο στον αέρα με ιμάντες. Κάποια στιγμή ήλθε και η σειρά μας. Το πρώτο που επισκεφθήκαμε μετά την αποβίβαση ήταν η πλαγιά  που εκτείνεται μπροστά από τη Βάση προς τον ωκεανό. Στα 20 χιλιόμετρα ανατολικά διαγράφονταν ό επιβλητικός όγκος του «απαγορευμένου» νησιού Ντε λ’ Εστ. Κανείς δεν επιτρέπεται να πατήσει πόδι στο νησί που έμεινε παρθένο εξ αιτίας των απότομων γκρεμών που το περικυκλώνουν.

Στα 50 μέτρα φάνηκε το πρώτο άλμπατρος. Οι «κυρίαρχοι των ωκεανών» φτιάχνουν τις φωλιές τους κοντά στην ίδια τη βάση και μπορούμε να παρατηρήσουμε από κοντά τα λεπτά χαρακτηριστικά τους. Φαινομενικά θυμίζουν γιγάντιους γλάρους, αλλά τα άλμπατρος είναι η ευγενική έκφραση των θαλάσσιων πτηνών με μοναδικές ικανότητες.

Μπορούν να πετάνε συνεχώς σε μια μέρα επί 1500 χιλιόμετρα αναζητώντας από ψηλά τα κοπάδια των ψαριών. Ελάχιστες φορές φτερουγίζουν κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους, αξιοποιώντας τα ρεύματα αέρος. Τα μεγαλοπρεπή πτηνά μας παρατηρούσαν αδιάφορα καθώς ακολουθούσαμε το μονοπάτι που περνούσε δίπλα από τις φωλιές τους.

 Το απόγευμα μας περίμενε το θέαμα που λέγεται Μπαί ντυ Μαραίν. Κατηφορίσαμε από το ύψωμα που βρίσκεται η Βάση, 1400 μέτρα προς την αμμώδη ακτή. Πριν καλά καλά φτάσουμε μας πρόλαβαν οι ήχοι της μεγάλης κοινότητας των βασιλικών πιγκουίνων. 

Μείναμε μαγεμένοι  από το θέαμα. Η ομορφούλα Ελοίζ που συμμετείχε στην ομάδα ενώ φωτογράφιζε ασταμάτητα, κάθε τόσο αναφωνούσε: «κελ μπονερ» έχοντας μόνιμα ένα πλατύ χαμόγελο αγαλλίασης στο πρόσωπο της…

Πάνω από 20.000 βασιλικοί  πιγκουίνοι, μαζί με τα διαρκώς πεινασμένα μικρά τους,  συνωστίζονται στην μικρή παραλία παλεύοντας να βρούνε το δρόμο προς τη θάλασσα ανάμεσα από τις παράκτιες εγκαταστάσεις της βάσης. Εκπληκτικά πτηνά με θεσπέσια κιτρινωπά σχέδια και μακρόστενους λαιμούς. Στην ίδια παραλία αγουροξυπνημένοι μας παρατηρούν μια ομάδα από ανήλικους θαλάσσιους ελέφαντες, ενώ τα δύο τέρατα των 3 τόνων που κείνται πιο πέρα δεν ανοίγουν ούτε τα βλέφαρα τους.

Δώδεκα λεπτά με το ελικόπτερο από το πλοίο (όλα γίνονται με το ελικόπτερο στα Νότια Εδάφη) ξανοίγεται η μεγάλη κοιλάδα Μπαί ντεζ Αμερικαίν ή επί το …γαλλικότερον «BUS» (Bay USA). Όνομα που ξέμεινε από την εποχή των Αμερικανών φαλαινοθήρων.

Ο Κόλπος των Αμερικανών έχει δύο παραλίες. Στη μία βρίσκονται τα θαλάσσια τέρατα (οι θαλάσσιοι ελέφαντες) και καμιά χιλιάδα εργένηδες πιγκουίνοι χωρίς μωρά. Μόνο άντρες.

Μία ώρα περπάτημα πάνω από το λόφο και το οροπέδιο όπου φωλιάζουν άλλα μεγαλοπρεπή άλμπατρος, βρίσκεται η «οικογενειακή» παραλία με 17.000 μεγαλόπρεπους βασιλικούς πιγκουίνους και  μερικές χιλιάδες καλοθρεμμένα χνουδωτά πιγκουινάκια με καφετιά γούνα που περιμένουν να μετατραπεί σε πτέρωμα για να μπορέσουν να μπουν στη θάλασσα.

Γυρίσαμε πίσω στην πρώτη παραλία της BUS. Οι τερατώδεις θαλάσσιοι ελέφαντες των 3 τόνων εξακολουθούσαν να κοιμούνται συνεχώς στην παραλία ανοίγοντας πότε το ένα ρουθούνι ξεφυσώντας με δύναμη και πότε τα μάτια χωρίς καν να σαλέψουν. Αποτόλμησα να ξαπλώσω δίπλα σ έναν από αυτούς που με κοίταξε αδιάφορα αλλά ευτυχώς δεν σκέφθηκε να με …αγκαλιάσει. 

Με την ίδια τόλμη και άνεση μας περικύκλωσαν σε λίγο οι εργένηδες βασιλικοί πιγκουίνοι που συνήθισαν την παρουσία μας. Στην αρχή είχαμε βολευτεί στην παχιά γκρίζα άμμο και τους παρατηρούσαμε καθώς έβγαιναν από τη θάλασσα, ενώ οι πιο ξεθαρρεμένοι «βασιλιάδες» ήλθαν στο μέρος μου και περιεργάζονταν τις μηχανές και το σακίδιο. Σε λίγο μας παρατηρούσαν εκείνοι! Ωραία ειρηνική συνύπαρξη. Να ήταν όλος ο κόσμος έτσι…

Το ελικόπτερο μας περισυνέλεξε το απόγευμα κάνοντας τους εργένηδες να ξαναμπούν έντρομοι στο νερό. Είχαν ξεσυνηθίσει μετά από τόσους μήνες ησυχίας το μουγκρητό της μηχανής. Ακόμη και τα νωχελικά τέρατα άλλαξαν θέση και πήγαν 20 μέτρα πιο κάτω να συνεχίσουν τον ύπνο τους. Στην βόρεια πλευρά του νησιού Ποσεσιόν υπάρχει η πιο  μεγάλη αποικία 50.000 βασιλικών πιγκουίνων στην πεδιάδα -που εκτείνεται στα νότια του ακρωτηρίου Πουέντ Μπάς- γνωστή σαν Ζαρντέν Ζαποναί. Τόσο η μακρινή απόσταση από τη βάση όσο και το γεγονός ότι τα βουνά στο κέντρο του νησιού είναι πάντα σκεπασμένα από σύννεφα, η περιοχή αυτή δεν είναι ανοιχτή στο τουρισμό. Έτσι την Παρασκευή το βράδυ σαλπάραμε για το 2ο αρχιπέλαγος των Νοτίων Εδαφών, το θρυλικό  Κεργκελέν, 1400 χιλιόμετρα ανατολικά. 

ΚΕΡΓΚΕΛΕΝ (Αρχιπέλαγος  Κεργκελέν)

Το MARION DUFRESNE χρειάστηκε 59 ώρες και 38 λεπτά να καλύψει την απόσταση από το «Κροζέ». Στον διάπλου γνωριστήκαμε με τους Ρουμάνους βαθμοφόρους και το πλήρωμα που υπηρετούσαν στο πλοίο και έβλεπαν με δέος και σεβασμό γείτονες των Βαλκανίων να συμμετέχουν στο ταξίδι αυτό. Το νέο είχε διαδοθεί γρήγορα. Ο 3ος καπετάνιος ήταν Τάταρος από την Κωνστάντζα όπου είχαν καταφύγει οι γονείς του από ένα χωριό της Κριμαίας, μετά τον πόλεμο. Μιλούσε τα γαλλικά με βαριά προφορά αλλά οι Γάλλοι αξιωματικοί ήταν ευτυχείς με τους Ρουμάνους βαθμοφόρους και ναύτες γιατί ήταν εργατικοί, σοβαροί και υπεύθυνοι.  

Στις 06.33 ο Κίεφ, ο Τάταρος, παρόντος και του κυβερνήτη έριξε άγκυρα στο λιμάνι του Πορτ Ω Φρανσαί όπου βρίσκεται η ομώνυμη Βάση. 

Όπως και με το Κροζέ που άλλα γράφουμε και άλλα εννοούμε, έτσι κι εδώ η σύγχυση επαναλαμβάνεται. Στην πραγματικότητα τα νησιά είναι …ένα, το Κεργκελέν. Έχει έκταση περίπου όσο και η Κορσική (7000 τ.χ.) αλλά σχήμα πολυσχιδές σαν τα νορβηγικά φιόρδ ή τις Δαλματικές Ακτές. Με εκατοντάδες κόλπους και δεκάδες χερσονήσους σαν δάκτυλα και περίπου 300 νησίδες και νησάκια που ανακατεύονται με την προηγούμενη εδαφολογική αταξία σε ένα δυσδιάκριτο συνονθύλευμα.

Η πρώτη ομάδα αναχώρησε με το ελικόπτερο για το εσωτερικό του νησιού όπου θα διανυκτέρευε σ’ ένα καταφύγιο κοντά στα φιόρδ.

Όταν ήρθε η σειρά μας για να πάμε στην παραλία Ρατμάνωφ όπου βρίσκονται οι 50.000 βασιλικοί πιγκουίνοι ο καιρός χάλασε και το πρόγραμμα ανεστάλη. Έτσι έγινε αερομεταφορά στη βάση του Πορτ Ω Φρανσαί. Το πρώτο …άγριο ζώο που είδαμε ήταν ένα κουνέλι. Μετά κι άλλο κι άλλο. Δεκάδες. Εκατοντάδες. Παντού. Εκεί που τελείωναν τα κτήρια τις βάσης κι άρχιζε το γρασίδι γινόταν χορός. Πανηγύρι. Κι ανάμεσα στα χορτάρια κοίταζε καχύποπτος ένας άγριος μαύρος γάτος με μούτρο χοντρό και τουμπανισμένο από το φαγητό.

Φαινόταν καθαρά να έχει γονίδια θαλάσσιου ελέφαντα. Υποτίθεται ότι υπάρχει πρόγραμμα σταδιακής εξόντωσης των εισαχθέντων ζώων(γάτες, ποντίκια, κουνέλια, τάρανδοι, πρόβατα) αλλά δεν είχα φανταστεί ότι μέχρι να συμβεί αυτό θα γίνεται πανηγύρι μέσα στην ίδια τη βάση.

Εξερευνήσαμε τα κτήρια και το ταχυδρομείο για τις αναμνηστικές σφραγίδες και επιστρέψαμε με το ελικόπτερο στο πλοίο ελπίζοντας  να ξημερώσει καλλίτερη μέρα.

 Ο καιρός το πρωί ήταν πάλι βαρύς με χαμηλή νέφωση. Κατά το μεσημέρι άλλαξε και χτύπησε συναγερμός. Σε λίγα λεπτά ήμασταν πανέτοιμοι για την  αερομεταφορά  στην Ακτή Ρατμάνωφ. Ψιλόβρεχε και αυτό έκανε τα πράγματα δύσκολα,  αλλά δεν μας εμπόδιζε να δούμε την πεδιάδα που εκτείνονταν από κάτω μας. Ατέλειωτες παγετωνικές λίμνες και βάλτοι και αναρίθμητα ποτάμια κυλούσαν με κατεύθυνση τη θάλασσα. Παρ’ ότι το Κεργκελέν είναι ορεινό ηφαιστειογενές νησί,  αυτή η πεδιάδα ήταν η μοναδική εξαίρεση. Επίπεδη, απέραντη και γεμάτη λίμνες.

Η «καμπάνα» όπου θα διανυκτερεύαμε είχε 6 διώροφες κουκέτες για 12 άτομα και ήταν ευρύχωρη και ευχάριστη. Απείχε 1000 μέτρα από την ακτή.

Βγαίνοντας -πάντα  με ψιλόβροχο- για την εξερεύνηση συναντήσαμε τις πρώτες φωλιές των γιγάντιων άλμπατρος όπου τα καλοθρεμμένα «μωρά» περίμεναν υπομονετικά τους γονείς τους.

Ακόμα και όταν μεγαλώσουν φτάνοντας το μέγεθος τον ενηλίκων, παραμένουν εξαρτημένα από τους γονείς τους  για δύο ολόκληρα  χρόνια.

Σε λίγο αρχίσαμε να ακούμε την ακαταλαβίστικη συμφωνία των κραυγών των βασιλικών πιγκουίνων. Η παραλία Ρατμάνωφ αποκάλυψε σταδιακά όσο πλησιάζαμε ένα απίστευτο υπερθέαμα. Στην πλατιά παραλία μήκους 4 χιλιομέτρων, πάνω από 250.000 ενήλικες βασιλικοί πιγκουίνοι είχαν στήσει την αποικία τους ταΐζοντας περίπου άλλες 50 000 μικρά όλων των μεγεθών.

Ένα ασύλληπτο θέαμα που είχαμε ξαναδεί μόνο μια φορά ακόμη στη Νότια Γεωργία. Ανάμεσα τους χαριεντίζονταν και μερικοί νεαροί θαλάσσιοι ελέφαντες μιας και οι πιο πολλοί είχαν φύγει ήδη στην Αναρκτική όπου θα περάσουν 8 μήνες τρεφόμενοι στα πλούσια νερά της.

Ξεχνώντας τη βροχή που δεν σταμάτησε ούτε λεπτό περιπλανηθήκαμε για δύο ώρες ανάμεσα σ’ αυτό το θέαμα της άγριας φύσης. Ότι φωτογραφίες και να τραβήξαμε ήταν κατώτερες της πραγματικότητας. Η επιστροφή μας επιφύλαξε την εμπειρία του ερωτικού χορού ενός ζευγαριού  άλμπατρος  που αδιαφόρησαν για την παρουσία μας.

Φτάνοντας πίσω στην καλύβα, ο Ανρύ θα ξεκίναγε το μαγείρεμα και εμείς τον μαραθώνιο να συνεφέρουμε τις φωτογραφικές μηχανές μας που είχαν πνιγεί στο νερό…. 

Η επόμενη μέρα ήταν ηλιόλουστη και πολλά υποσχόμενη. Πρωί πρωί ήρθε το ελικόπτερο για την μεταφορά στα βόρεια του Πορτ ω Φρανσαί, στο  φιόρδ Λαμπουρέρ. Το τοπίο άλλαξε. Η  πλημμυρισμένη πεδιάδα έδωσε θέση στα φιόρδ, τους κόλπους και τις νησίδες που αποτελούν το χαρακτηριστικό του Κεργκελέν.

Γρήγορα αφήσαμε τον εξοπλισμό και ανηφορίσαμε στο εσωτερικό οροπέδιο όπου το θέαμα των κόλπων και των ακτών αποκάλυψε ένα ενα μοναδικό τοπίο σαν αυτό των Νορβηγικών ακτών.

Δύο δελφίνια Κάρσον με το χαρακτηριστικό δίχρωμο δέρμα,  κυνηγούσανε ψάρια λίγα μέτρα  μακριά μας.

Το σμήνος από τις σταχτιές τέρνες  πέταξε φωνάζοντας, και τρόμαξε τους μαύρους λαγούς που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν αντιληφθεί την παρουσία μας. Ότι μαύριζε στους βράχους στην άκρη της θάλασσας ήταν μύδια. Χιλιάδες μύδια. Εκατομμύρια μύδια. Έκανες μια κίνηση και ξερίζωνες από τους βράχους μια αρμαθιά.

Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι υπάρχουν τόσα μύδια και ότι ήταν τόσο εύκολο να τα προμηθευτείς. Τα επόμενα εικοσιτετράωρα το μενού περιλάμβανε μύδια μαγειρεμένα με όλους τους δυνατούς τρόπους της γαλλικής και κρεολέζικης κουζίνας.

Το επόμενο πρωινό το MARION DUFRESNE άλλαξε θέση και κατευθύνθηκε στο φιόρδ Γκροενλάντ να παραλάβει υλικά από μια μικρή καμπίνα επιστημόνων.

Τα μεγαλοπρεπή τοπία που τα έκρυβε επίμονα μέχρι τη μέση η χαμηλή νέφωση αποκάλυψαν την άγρια ομορφιά του Δυτικού Κεργκελέν.

Απότομοι βράχοι  υψώνονταν πάνω από τα κεφάλια μας σαν ένα απρόσιτο Γκραν Κάνυον του Ωκεανού. Πριν τη δύση του ηλίου σαλπάραμε. Τελευταίος σταθμός το νησί Αμστερντάμ.

ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ

Στις 06.30 το πρωί τα περιποιημένα κτίσματα της Βάσης έδειχναν πιο κοντά  απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα. Καμιά δεκαριά γουνοφόρες φώκιες πηγαινοέρχονταν στην αποβάθρα αδιαφορώντας για τα τρακτέρ και τους γερανούς που παίρνανε θέση να υποδεχτούν τα εφόδια.

Το Αμστερντάμ βρίσκεται 60 ώρες πορεία με το πλοίο, βόρεια του Κεργκελέν και περιβάλλεται από υποτροπικά νερά που φιλοξενούν μερικά εκατομμύρια …αστακούς. Το αλιευτικό AUSTRAL που έχει την αποκλειστική άδεια συγκομιδής των αστακών βρισκόταν ήδη 2 μήνες στο Αμστερντάμ και σε 15 μέρες τελείωνε την αποστολή του. Τους μεγάλους αστακούς τους πακετάριζε κατ’ ευθείαν για την Ιαπωνία, ενώ τους μικρούς τους …χάριζε στη βάση.

Έτσι δεν ήταν έκπληξη που στον μεσημεριανό μπουφέ μας περίμεναν κάτι μικρά βουνά αστακών και εξαιρετικό καπνιστό ψάρι Λεζίν.

Το απόγευμα ξεπατωθήκαμε να ανηφορίσουμε στον μικροσκοπικό σβησμένο ηφαιστειακό κρατήρα Αντονέλι που ήταν κατάφυτος από πεύκα κυπαρίσσια, μηλιές και επιτέλους μερικά ενδημικά δένδρα Φυλίκα που είχαν διασωθεί από τον γενικό αφανισμό.

Πριν το σούρουπο γυρίσαμε στη βάση και συνεχίσαμε για την «καμπάνα» Ριμπώ που θα ήταν το σπίτι μας για τα δύο βράδια. Οι γουνοφόρες φώκιες έκαναν πως μας απειλούσαν δείχνοντας τα δόντια τους καθώς περνούσαμε.

Το ίδιο έκαναν και τα νεογέννητα φωκάκια των 2-3 μηνών  που τα είχαν παρατήσει οι μανάδες τους και όταν βαρεθήκανε ήρθαν και χωθήκανε ανάμεσα στα ξύλα της υπαίθριας ψησταριάς και ξεραθήκανε στον ύπνο. 

Οι κυρίες από το Παρίσι και το Χερβούργο σχολιάζανε με δυσφορία την απουσία τουαλέτας στην καμπάνα ενώ οι έχοντες πιο σοβαρά ζητήματα ξαμοληθήκαμε ανάμεσα στα φωκάκια που όταν δεν μας έκαναν χάαα! χάαα! για να τρομάξουμε, καλούσανε τη μαμά τους να τα ταΐσει με μια φωνούλα που θα έπαιρνες όρκο πως βέλαζε κάποιο νεογνό αρνάκι.

Η βόλτα στους γκρεμούς στα ανατολικά του νησιού μας αποζημίωσε γιατί είδαμε μια εκτενή συστάδα από ανθισμένα δένδρα Φυλίκα που το μικρό λευκό ανθάκι ανέδιδε ένα λεπτό διακριτικό άρωμα. Από το ίδιο ύψωμα γίναμε μάρτυρες της παρουσίας δύο ομάδων  από όρκες που κυνηγούσαν χωρίς διάλειμμα τα κοπάδια των ψαριών στον ωκεανό.

Ξαναγυρίσαμε στις παιχνιδιάρικες φώκιες που ήταν χάρμα να τις παρατηρείς από τόσο κοντά. Άφοβες, αδιάφορες, εκτός αν αποφασίζανε  να σου κάνουνε χάαα. Όταν βαριόνταν να παριστάνουν τις  άγριες ξαναγυρίζανε στα δικά τους. Κοιμόντουσαν ή έπαιζαν.

Κάναμε μια ακόμη επίσκεψη στην τεράστιο πλάτωμα Μάρ ντεζ Ελεφάντ δίπλα στη θάλασσα όπου εκατοντάδες φωκάκια …βελάζανε ελπίζοντας να ακούσουνε την απάντηση της μαμάς τους, ενώ εκατοντάδες άλλες φώκιες λιαζόντουσαν ανάμεσα στα χόρτα, στις κορυφές των βράχων, σε κόγχες της πλαγιάς  ή ψαρεύανε στη θάλασσα.

Στις 18.31 έγινε και τυπικά η λήξη της αποστολής. Η σειρήνα του MARION DUFRESNE  αποχαιρετούσε το Αμστερντάμ. Θα επέστρεφε μετά από 6 μήνες. Ο Κίεφ ο Τάταρος έβαλε πλώρη βορειοδυτική. Μας περίμεναν οι 108 ώρες του ταξιδιού στο Μαυρίκιο-μια αναγκαία στάση ανεφοδιασμού σε καύσιμα-πριν καταλήξει στο Λε Πόρ του Ρεουνιόν. 

https://carnetdevoyage.gr/%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b9%ce%ac-%ce%ba%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%ba%ce%b5%ce%bb%ce%ad%ce%bd-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%b3%ce%b7-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%cf%80/

Μπάμπης Μπίζας: Ο πιο Ταξιδεμένος Άνθρωπος του Κόσμου Δεν Καταβλήθηκε Από το Lockdown

 
Ξεκίνησε στα 70’s, εικοσάχρονος φοιτητής/backpacker και έχει ταξιδέψει σε 193 χώρες του κόσμου. «Όποιον τόπο δεν είχα δει, τον έκανα ταξίδι», λέει.

 

Ο 65χρονος Χαράλαμπος (Μπάμπης) Μπίζας, κάτοικος Χαλανδρίου Αττικής, «εξ Άρτης ορμώμενος», έχει ταξιδέψει σε 193 χώρες του κόσμου. Το National Geographic Traveler τον χαρακτήρισε «πιο ταξιδεμένο άνθρωπο του κόσμου». Ξεκίνησε στα 70’s, εικοσάχρονος φοιτητής/backpacker: με οτοστόπ και ένα δισάκι στην πλάτη. Γρήγορα βρέθηκε αρχηγός εκδρομών ανά τον κόσμο σε ένα από τα μεγαλύτερα ελληνικά ταξιδιωτικά γραφεία. Με τη δουλειά του πρωτοστάτησε στο άνοιγμα “off the beaten track”, απρόσμενων προορισμών στους Έλληνες ταξιδιώτες. Ο ίδιος, μέχρι και σήμερα περνά περίπου 300 μέρες τον χρόνο ταξιδεύοντας.

Το απόσταγμα των ταξιδιών του και φωτογραφικά θραύσματα της αδιάκοπης περιπλάνησής του, ο Μπίζας έχει συμπυκνώσει σε τρία βιβλία: «Γεωγραφικός Οδηγός: Ταξιδεύοντας στις 193 Χώρες του Kόσμου», «Ρωσία: Από την Κριμαία στον Βερίγγειο Πορθμό» και «Τα Νησιά: Ταξιδεύοντας στα Ελληνικά Αρχιπελάγη».

Οι φωτογραφίες είναι μια ευγενική παραχώρηση του Μπάμπη Μπίζα.

Το πρώτο lockdown, πέρυσι, τον πέτυχε στην Βραζιλία. Επέστρεψε οριακά πριν σταματήσουν οι πτήσεις. Ξεκίνησε να ταξιδεύει ξανά στις 15 Ιουνίου. Από τότε μέχρι και τις 20 Μαρτίου, οπότε συναντηθήκαμε στο διαμέρισμά του (περιτριγυρισμένοι από αναρίθμητα ταξιδιωτικά βιβλία και ενθύμια όλου του κόσμου), ταξίδευε σερί με ένα μόνο διάλειμμα 30 ημερών.

Το ταξιδιωτικό του πάθος και ένας τρόπος ζωής που μετρά πέντε δεκαετίες, εξακολουθούν ακατάβλητα από την επικαιρότητα των lockdown.

Μιλήσαμε για ώρες. Για τα ταξίδια του. Για το ταξίδι «ολικής ενσωμάτωσης». Ελάχιστες φορές διέκοψα το κρεσέντο της αφήγησής του. Μετά από 12+ μήνες αυξομειούμενης απομόνωσης από τα εγκόσμια, μου φάνηκε σαν προφορικό δείγμα σουρεαλισμού. Προσώρας μακρινό, αλλά δεν παύουμε να ελπίζουμε σε αυτό.

Ξεκινήσαμε την κουβέντα μας από τα κωλύματα των ταξιδιών εν μέσω πανδημίας. Γρήγορα, όμως, ο συνομιλητής όλο με απομάκρυνε από τη (μεγεθυμένη μας) δυστοπία.

«Από μέρα σε μέρα φεύγω για το βορειότερο στεριανό μέρος του κόσμου», μου είπε.

Η φωτογραφία είναι μια ευγενική παραχώρηση του Μπάμπη Μπίζα.

VICE: Λοιπόν, γίνεται να ταξιδέψεις εν μέσω πανδημίας;
Μπάμπης Μπίζας
: Ναι. Σε όσες χώρες είναι ανοικτές και δέχονται συγκεκριμένες εθνικότητες, μπορείς να ταξιδέψεις αν έχεις κάνει το τεστ και είσαι αρνητικός. Δεν μπορώ ως Έλληνας/ Ευρωπαίος να πάω στην Αργεντινή, για παράδειγμα, ούτε στο Ισραήλ ή στις ΗΠΑ. Στη Ρωσία, όμως, που πριν λίγες μέρες «άνοιξε», ταξιδεύεις.

Άρα είναι, μάλλον, πιο εύκολο να ταξιδέψεις στο εξωτερικό παρά εντός της Ελλάδας.
Ναι. Δεν μπορείς να ταξιδέψεις στην Άρτα και τα Γιάννενα, αλλά στην Αιθιοπία μπορείς να πας.

Πήγατε Αιθιοπία αυτή την περίοδο;
Ναι, είναι ανοιχτός προορισμός. Πρέπει μόνο να προσαρμοστείς στα μέτρα που ισχύουν εκεί. Στις 9 το βράδυ έχει απαγόρευση κυκλοφορίας. Μετά τις 7 τα εστιατόρια δεν σερβίρουν.

Η μεγαλύτερη έκπληξή μου ήταν τον περασμένο Ιούλιο στη Μάλτα. Ένα PCR test το θέλανε, ΟΚ. Μετά, γαία πυρί μιχθήτω. Τουρισμός, νεολαία, μπαράκια, εστιατόρια, όλα κανονικά. Στη Σουηδία ούτε μάσκα φορούσαν, απλώς τηρούσαν τις αποστάσεις. Στη Δανία η μάσκα ήταν υποχρεωτική και, επίσης, ήταν πολύ σχολαστικοί με την τήρηση των αποστάσεων.

Τον περασμένο Οκτώβριο ταξίδεψα στο Μεξικό. Εκεί έχουν ομοσπονδιακό σύστημα και κάθε πολιτεία εφαρμόζει τα δικά της μέτρα. Στο Monterey, οι άνω των 65 δεν μπαίνουν σε μουσεία ή πολυκαταστήματα. Στις υπόλοιπες πολιτείες αυτό δεν ίσχυε. Αλλά παντού σε θερμομετρούσαν ηλεκτρονικά πριν μπεις σε κλειστό χώρο, ψέκαζαν τα χέρια σου και είχαν πατάκια βρεγμένα με απολυμαντικό για τα παπούτσια. Σε κάθε χώρα της Νότιας Αμερικής ισχύουν αυτά, όχι μόνο στο Μεξικό.  Στο Περού ψέκαζαν και τα χρήματα στα ταμεία των καταστημάτων, ακόμη και τα ρέστα που σου επέστρεφαν.

Και στην Κένυα σε θερμομετρούσαν με «πιστολάκι» στο μέτωπο, πριν μπεις σε κλειστό χώρο. Έχουν προσλάβει προσωπικό εισόδου για αυτά τα καθήκοντα.

Αυτά δεν τα κάνουμε στην Ελλάδα. Τα 3.000 κρούσματα κάθε μέρα, εγώ σε αυτή την έλλειψή μας τα αποδίδω. Εκεί ήταν πολύ σχολαστικοί. Διότι εκεί δεν έχουν ΜΕΘ. Αν αρρωστήσεις, είσαι μόνος. Για αυτό προσπαθούν πολύ στο κομμάτι της πρόληψης.

Οι φωτογραφίες είναι μια ευγενική παραχώρηση του Μπάμπη Μπίζα.

Τελικά πού ταξιδέψατε στη διάρκεια της πανδημίας;
‘Εκανα 13 ταξίδια. Ξεκίνησα 15 Ιουνίου όταν άνοιξαν οι πρώτες πτήσεις, οπότε ταξίδεψα στην Αυστρία – ήθελα να δω τις συλλογές των πριγκίπων στο κάστρο του Λιχτενστάιν. Στις 16 Ιουλίου έπαψε να είναι υποχρεωτική η μάσκα εντός του ξενοδοχείου, στις 17 η Σλοβακία απέσυρε τις μπάρες που εμπόδιζαν την ελεύθερη διέλευση στον αυτοκινητόδρομο Βιέννης-Μπρατισλάβας. Ήταν περίοδος άρσης των περιορισμών. Πήγαμε και Μπρατισλάβα λοιπόν. Μετά, Μάλτα. Και ακολούθησε η Ζάμπια.

Ήθελα να δω τους καταρράκτες της βόρειας Ζάμπιας που δεν είναι διάσημοι όπως αυτοί της Βικτόριας. Ταξίδεψα λοιπόν 1.300 χιλιόμετρα βόρεια της Λουζάκα – καταρχάς στους καταρράκτες και μετά για σαφάρι στο πάρκο Καφούρ. Κατέλυσα σε ένα απέραντο lodge, όπου μοναδικοί θαμώνες ήμασταν εγώ και ο οδηγός μου. Κατευθυνθήκαμε ακόμη βορειότερα, κοντά στα σύνορα με το Κογκό και την Τανζανία, και είδαμε τη λίμνη Τανγκανίκα. Καταλήξαμε στο εθνικό πάρκο South Luangwa  της Ζάμπια – ένα μοναδικό μέρος, το πάρκο με τη μεγαλύτερη πυκνότητα ζώων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Εκεί αντίκρισα πρώτη φορά 5.000 ιπποπόταμους συγκεντρωμένους στην ίδια περιοχή, πρωτόγνωρους αριθμούς άγριων ζώων. Στα προηγούμενα ταξίδια μου στην Αφρική, όλο τρέχαμε στα πεπατημένα: Ngorogoro στην Τανζανία, Amboseli και Maasai Mara στην Κένυα.

Επέστρεψα στην Αθήνα και έφυγα αμέσως για Φινλανδία. Είχα ξαναπάει αλλά τώρα ήθελα να δω και την ενδοχώρα της, τα κάστρα, τα δάση. Νοίκιασα ένα αυτοκίνητο και έκανα 3.000 χιλιόμετρα. Αυτή τη φορά δεν έμεινα στο Ελσίνκι αλλά πραγματικά χόρτασα τη Φινλανδία, μια χώρα σφόδρα αδικημένη τουριστικά.

Μετά θέλησα να δω το βόρειο Μεξικό, όλο το είχα στο μυαλό μου αλλά ποτέ δεν πήγαινα. Ήθελα να πάω στο Durango και στην Chihuahua που γεννήθηκε ο Άντονι Κουίν. Νομίζω πως σωστά προφέρεται Κιν – ο πατέρας του, ιρλανδικής καταγωγής, συμμετείχε στην Μεξικάνικη Επανάσταση. Τώρα, σε ένα ύψωμα έξω από το κέντρο της πόλης τον έχουν άγαλμα να χορεύει συρτάκι (σ.σ. γέλια). Έφτασα μέχρι τα σύνορα με τις ΗΠΑ, ήθελα να δω το περίφημο πια τείχος που χωρίζει τις δύο χώρες. Πέρασα από το Μοντερέι, τη Χουάρες – φέτος έκανα την «άγονη γραμμή» του Μεξικού.

Με τα (47) διαβατήρια που έχει εξαντλήσει. Φωτογραφία: Αλέξης Γαγλίας

Πριν γυρίσω Ελλάδα, έμαθα ότι την επόμενη μέρα ξεκινούσε το δεύτερο lockdown. Δεν ήθελα να κλειστώ πάλι μέσα. Οι αεροπορικές εταιρείες είχαν ευνοϊκές ρυθμίσεις – ακύρωσα λοιπόν την πτήση προς Αθήνα και έβγαλα one way ticket για Περού.

Στο Περού ήθελα να ξαναπάω για δύο λόγους. Πρώτον, ήθελα να ανέβω στην La Rinconada, το ψηλότερο κατοικημένο μέρος του κόσμου, στα 5.200 μέτρα. Ανεβαίνεις 1.500 μέτρα ψηλότερα από τη λίμνη Τιτικάκα και κτισμένη στην πλαγιά του βουνού αντικρίζεις μια τσίγκινη παραγκούπολη 35.000 κατοίκων, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι μεταλλωρύχοι ή χρυσοθήρες. Απόκοσμος τόπος, με φόντο τους παγετώνες των Άνδεων. Ένα υπερθέαμα, εξωγήινο σχεδόν. Εκστασιάστηκα.

Μετά ταξίδεψα στο βόρειο τμήμα της χώρας για να επισκεφτώ ένα φρούριο, παλαιότερο του Μάτσου Πίτσου. Λέγεται Kuelap και ανήκε στην αρχαία φυλή των Chachapoyas. Πέτρινες κατασκευές, επιβλητικός χώρος, φανταστείτε τις Μυκήνες επί δέκα φορές. Εκεί απαιτούσαν να φοράς μάσκα και προσωπίδα μαζί. Αλλά ήμουν ο μοναδικός επισκέπτης, απόλαυσα το μέρος σε όλο το μεγαλείο του».

Πέταξα για Παραγουάη μετά. Ενάμιση χρόνο πριν είχα επισκεφτεί τους Μενονίτες της Παραγουάης, υπερσυντηρητικούς χριστιανούς γερμανικής καταγωγής που είχαν μετοικήσει στην Παραγουάη στον Μεσοπόλεμο. Θυμίζουν πολύ τους Άμις. Φέτος ήθελα να δω τους καταρράκτες Monday σε μια περιοχή της χώρας που δεν είχα ξαναβρεθεί ποτέ.

Επέστρεψα Ελλάδα για να κάνω γιορτές και στις 16 Γενάρη φύγαμε με τη γυναίκα μου για Τυνησία. Περιηγηθήκαμε σε αρχαιολογικές ζώνες με ρωμαϊκές κυρίως πόλεις, εξαιρετικά καλοδιατηρημένες. Και φτάσαμε στην Bizerte, στο βορειότερο σημείο της Αφρικής, ένα ακρωτήρι στη Μεσόγειο. Οι μόνοι τουρίστες εμείς. Στις 7 το απόγευμα έκλειναν όλα.

Κανόνιζα ήδη επόμενους προορισμούς. Ταξίδεψα λοιπόν στις ζούγκλες της Βενεζουέλας για να επισκεφτώ τους Yanomami, μια αρχέγονη, δυσπρόσιτη φυλή του Αμαζονίου. Πρέπει να χτικιάσεις για να φτάσεις. Από τη μεριά της Βραζιλίας υπάρχει ένας φορέας που δίνει άδεια/πρόσβαση μόνο σε επιστήμονες, γιατρούς και ΜΚΟ. H Βενεζουέλα δεν έχει τέτοιο περιορισμό όμως είναι μια χώρα που έχει καταρρεύσει. Αναγκαστήκαμε να μεταφέρουμε όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό και τα εφόδιά μας από την Κολομβία, φορτώσαμε δύο βάρκες με τρόφιμα και καύσιμα και ξεκινήσαμε τον πλου. Μέχρι εκείνο στο σημείο είχαμε φτάσει με ένα μικρό αεροπλάνο, μετά η συγκοινωνία ήταν μόνο ποτάμια. Ήμασταν μια πολυεθνική παρέα ταξιδιωτών, κάποιοι Ρώσοι, ένας Ταϊλανδός, ένας Δανός. Συνολικά περάσαμε εννέα μέρες στη ζούγκλα, τις τέσσερις με τους Yanomami στον καταυλισμό τους, που είναι μια κοινή στέγη κάτω από την οποία κρεμάνε τις αμάκες, δηλαδή τις αιώρες τους. Εκεί στήσαμε κι εμείς τις σκηνές μας.

Ακολούθησε η «Χαμένη Πόλη» (Ciudad Perdida), δυόμιση μέρες πεζοπορία στις ζούγκλες της βόρειας Κολομβίας. Οι Ινδιάνοι εναντιώνονται στην κατασκευή δρόμου. Εντέλει έφτασα στην αρχαία πόλη, που αναπτύσσεται σε πλατώ καταμεσής της ζούγκλας, το «Μάτσου Πίτσου» της Κολομβίας.

Από Κολομβία πέταξα για Φρανκφούρτη και από εκεί μέσω Αντίς Αμπέμπα έφτασα στο Ναϊρόμπι. Ήμουν μαζί με ένα γκρουπ από τη Βαρκελώνη και δύο φίλους από το Περού και την Ταϊλάνδη. Ζήσαμε για 15 μέρες με τις φυλές της βόρειας Κένυας – αρχέγονοι άνθρωποι, με εμμονή στην παράδοση, παρότι η Κένυα είναι ένας σύγχρονος, πλέον, τόπος.

Πριν δύο μέρες επέστρεψα και περιμένω να φύγω για Ρωσία. Θα ζήσουμε στην τούνδρα με τη φυλή των Dolgani, τους τελευταίους νομάδες-ποιμένες ταράνδων της Ρωσίας. Αυτοί διαβιούν στο βορειότερο στεριανό μέρος του κόσμου, στη χερσόνησο Taymyr της Σιβηρίας. Θα τους ακολουθήσουμε στη μετακίνησή τους, θα τρώμε ό,τι τρώνε και θα κοιμόμαστε μαζί τους. Θα σπάσουμε τους πάγους και θα ψαρέψουμε. Μπορεί να τους βοηθάμε κιόλας να μαζέψουν τους ταράνδους, στην Κένυα βοηθούσα τους βοσκούς με τα κοπάδια τους.

Για μένα αυτή είναι η πέμπτη γενιά ταξιδιών, επισκέπτομαι ακόμα μουσεία και παλάτια αλλά πλέον με ενδιαφέρει η «ολική ενσωμάτωση» (total immersion) στους τόπους που ταξιδεύω.

Ο επόμενος προορισμός του Μπίζα στον παγκόσμιο Άτλαντα, το βορειότερο στεριανό σημείο του κόσμου, η χερσόνησος Taymyr στη Ρωσία. Φωτογραφία: Αλέξης Γαγλίας

Ποιό επόμενο ταξίδι έχετε βάλει κατά νου;
Ανυπομονώ να ανοίξει η Αμερική. Θέλω να ταξιδέψω στις βόρειες πολιτείες, που είναι και οι πιο ανέγγιχτες τουριστικά. Ταξιδεύοντας προς το Yellowstone με τη γυναίκα μου, εντυπωσιαστήκαμε από τα τοπία του Wyoming: γεωλογικές διαμορφώσεις σαν αυτές της Καππαδοκίας, βαμμένες στο κόκκινο χρώμα. Μικρές, χαριτωμένες πόλεις επίσης – θέλουμε λοιπόν να κάνουμε αυτή τη διαδρομή κατά μήκος  των βόρειων συνόρων των ΗΠΑ. Και μετά να κατέβουμε τον Μισισιπή, παραποτάμια, όχι με πλοίο επειδή «σκοτώνει» πολλές ώρες και να καταλήξουμε στη Νέα Ορλεάνη.

Κι άλλο ένα για το φετινό καλοκαίρι: στα νησιά Εβρίδες στη Σκωτία, μέχρι μια βραχονησίδα κατακόρυφη, σαν μετέωρο μέσα στη θάλασσα, που λέγεται Rockall. Αυτός ο βράχος,  200 μίλια από τις ακτές της Σκωτίας μέσα στον Ατλαντικό, δίνει ΑΟΖ στην Μεγάλη Βρετανία.

Θέλω να ταξιδέψω στις φυλές Bauzi στη Δυτική Νέα Γουινέα και στις φυλές των Mentawai, στα νησιά Siberut της Ινδονησίας. Και υπάρχουν δύο νησιά στον Ειρηνικό, τα ταξίδια στα οποία έχουμε προπληρώσει αλλά αναβλήθηκαν λόγω της πανδημίας. Το Midway έχει ανακηρυχθεί εθνικό πάρκο και έχει εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα οικοσυστήματα του Ειρηνικού. Και το νησί Wake – οι Αμερικανοί διατηρούν στρατιωτική βάση εκεί και δεν επιτρέπουν πάντοτε τις επισκέψεις, ελπίζουμε να πάρουμε την σχετική άδεια. 

Ο προορισμός που μου τριβελίζει την καρδιά, αλλά δεν μπορώ να προσεγγίσω, είναι οι Νήσοι Heard and Macdonald. Απέχουν 11 μέρες με πλοίο από την Αυστραλία – αν σαλπάρεις από το Perth με κατεύθυνση προς την Αφρική. Είναι το πιο απομακρυσμένο νησί της Αυστραλίας, θέλει τόσες μέρες θάλασσα για να φτάσεις. Αεροδρόμιο δεν υπάρχει και είναι ακατοίκητο, εθνικό πάρκο όπου ζουν θαλασσοπούλια και θαλάσσιοι ελέφαντες.

Όλα αυτά, βέβαια, αν η πανδημία το επιτρέψει ή όσα η πανδημία επιτρέψει.

Οι φωτογραφίες είναι μια ευγενική παραχώρηση του Μπάμπη Μπίζα.

Έχετε φοβηθεί ποτέ ταξιδεύοντας;
Με έβαλαν φυλακή στη Λιβύη το 1988, επειδή φωτογράφιζα σε λαϊκή αγορά της Βεγγάζης. Ασφαλίτες του Καντάφι με συνέλαβαν και με έκλεισαν σε ένα κελί με έναν Σουδανό παράτυπο μετανάστη. Θυμάμαι, είχε πιάσει το καλό το στρώμα (σ.σ. γέλια). Την επόμενη μέρα, όταν με είδε ο αξιωματικός υπηρεσίας, με ρώτησε γιατί είμαι μέσα και του απάντησα ότι σύμφωνα με τους άνδρες του είμαι κατάσκοπος του Ισραήλ επειδή φωτογράφιζα ντομάτες και μαρούλια στην αγορά. Έβαλε τα γέλια. Με άφησε να πάω στο ξενοδοχείο, επικοινώνησα με το προξενείο μας – «πάλι;» μου είπαν. «Την προηγούμενη εβδομάδα είχαμε τα ίδια με μια ομάδα μπάσκετ». Όπως και να ‘χει, εκεί τα χρειάστηκα λίγο διότι η Λιβύη ήταν «τρελοκομείο» και συνέβαιναν περίεργες ιστορίες – την ίδια περίοδο είχαν χαθεί εκεί τα ίχνη ενός Έλληνα ναυτικού.

Σε ό,τι αφορά τις πτήσεις ή τις καιρικές συνθήκες, με τα χρόνια έχω αποκτήσει ανοσία. Έχουμε πάει με τη γυναίκα μου από το Ρεϊκιαβικ στην Γροιλανδία με το ταχυδρομικό αεροπλάνο και μας φιλοξένησε ο πιλότος στο σπίτι του. Αν σε μια πτήση έχουμε πολλές αναταράξεις, γίνεται καρυδότσουφλο το αεροπλανάκι και χοροπηδάει, περνάει και το κακό από τον νου μου. Αλλά σκέφτομαι ότι και να πέσει, έχω δει πολλά πράγματα στη ζωή μου. Έχω ζήσει δύο ζωές, αυτή την αίσθηση έχω. Ευχαριστημένος είμαι. Και καλύτερα να τελειώσω έτσι, παρά στην Κυψέλη από θερμοπληξία κάποιον Αύγουστο.

Πώς ξεκινήσατε αυτό το γύρισμα στον κόσμο; Ως backpacker;
Ναι, με σακίδιο στην πλάτη ξεκίνησα να ταξιδεύω. Ήμουν εξερευνητικός τύπος, ένιωθα αυτοπεποίθηση. Ήθελα να περιπλανηθώ, δεν με ενδιέφεραν τόσο τα γνωστά, καθιερωμένα αξιοθέατα. Ήθελα μόνο να κινηθώ στον χώρο, στον κόσμο.

Το ’75 και το ’76 είχα ταξιδέψει όλη την Ευρώπη, Βαλκάνια και Ανατολική Ευρώπη φουλ, αλλά και μέχρι Βόρειο Ακρωτήριο (Νορβηγία) και Πορτογαλία στον Ατλαντικό.

Έχω κοιμηθεί σε σωλήνα υδραυλικού έργου στα περίχωρα της Βουδαπέστης και στη Νορβηγία, κάτω από τα πανιά ενός ιστιοφόρου. Κοιμήθηκα σε πάρκα, στο Βερολίνο ή στην Πράγα όπου ήρθαν και μας τη «χάλασαν» οι αστυνομικοί επειδή κάποιοι Ανατολικογερμανοί είχαν πιει και έκαναν φασαρία (σ.σ. γέλια).

Ούτε είχα σκεφτεί όταν ήμουν ερωτευμένος με την Ιμπόλια στην Ουγγαρία και την επισκεπτόμουν κάθε λίγο και λιγάκι, ότι θα ασχοληθώ επαγγελματικά με τα ταξίδια. Εν  αγνοία μου, όμως, δημιούργησα εκείνα τα χρόνια ένα curriculum ταξιδιωτικό, περιπλανώμενος στην Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική.

Ήμουν 22 χρονών, το 1977 όταν ξεκίνησα τα πιο «δύσκολα» ταξίδια. Φοιτητής στην Πάντειο, έμενα στη Θεσσαλονίκη τότε διότι σπούδαζα επίσης σλαβικές γλώσσες. Έβλεπα ξένους που πηγαινοέρχονταν, ήταν τα χρόνια του magic bus, όλοι ήθελαν να φτάσουν στην Κατμαντού. Έλληνες δεν πολυπηγαίναν, το κουβέντιαζαν στα καφενεία, άκουγες συνέχεια «α, να πήγαινα».

Σακίδιο στην πλάτη πάλι, μετράω τα λεφτά μου, 250 δολάρια και κάτι δραχμούλες. Ξεκίνησα με οτοστόπ. Φορτηγά, λεωφορεία, ό,τι έβρισκα. Τότε είχε πολλή κίνηση προς την Περσία, χιλιάδες οχήματα έκαναν ουρά στα σύνορα του Ιράν. Αρκετοί Έλληνες ταξίδευαν εκεί, επί Σάχη η χώρα και η κοινωνία ήταν πιο κινητικές, πιο ανοιχτές, σίγουρα πιο κοσμικές από ότι σήμερα. Την έκτη μέρα έφτασα στο Αφγανιστάν. Εκεί γνώρισα τους πρώτους διεθνείς ταξιδιώτες, Αμερικανούς, Ολλανδέζες, Νεοζηλανδούς. Ταιριάξαμε και ταξιδεύαμε όλοι μαζί. Τελικά περιπλανήθηκα περίπου δύο μήνες στην περιοχή: Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ινδία, Μπαγκλαντές, Κεϋλάνη (Σρι Λάνκα). Χρωστούσα μάθημα συνταγματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο, αλλά η εξεταστική τέλειωνε εκείνες τις μέρες. Είχα ξεμείνει και από χρήματα και αποφάσισα να μπαρκάρω.

Πήγα στο προξενείο κλαψουρίζοντας, έφτιαξα ένα χαρτί, μου έβαλαν και σφραγίδα «Ελληνικό Προξενείο στο Κολόμπο» και πήρα σβάρνα τα ελληνικά πλοία στο λιμάνι. Στο τέταρτο, το «Τζοβάνα ΙΙ» του Λιβανού, με πήραν. Ματσακόνι, γαλλικό πινέλο, ξεσκούριασα όλες τις λαμαρίνες. Πήγαμε Μοζαμβίκη, φορτώσαμε μετάλλευμα, Κέιπ Τάουν μετά και φτάσαμε Βαλτιμόρη μετά από 29 ημέρες. Από τις ΗΠΑ επέστρεψα με πτήση της TWA στην Αθήνα.

Οι φωτογραφίες είναι μια ευγενική παραχώρηση του Μπάμπη Μπίζα.

Πήρα το πτυχίο μου στις Πολιτικές Επιστήμες, πήγα φαντάρος. Λοιπόν, αυτό το ταξίδι, λίγα χρόνια μετά στάθηκε πολύτιμο εφόδιο για να βρω δουλειά. Χτύπησα την πόρτα του Manos Travel και τους είπα ότι θέλω να γίνω «αρχηγός», συνοδός δηλαδή ελληνικών γκρουπ στο εξωτερικό. Όταν άρχισα να λέω τα ταξίδια που είχα κάνει, ενθουσιάστηκαν.

Με προσέλαβαν λοιπόν, ξεκίνησα με Βουδαπέστη, Πράγα, Βαρσοβία, που ήταν το πιο δημοφιλές ταξίδι της Ανατολικής Ευρώπης. Πέρασα ένα καλοκαίρι back to back, επιστρέφαμε και μετά από δύο μέρες έφευγα με επόμενο γκρουπ.

Το 1982 άρχισα τα μακρινά ταξίδια: Ιαπωνία-Φιλιππίνες-Ταϊλάνδη. Δεν έλεγα ποτέ όχι, για κανένα ταξίδι. Ετοιμαζόμουν να πετάξω από ΗΠΑ για Αθήνα και με ρωτούσε ο διευθυντής μου, «φτάνεις στις 11 στο Ελληνικό, μπορείς να φύγεις στις 5 το απόγευμα με γκρουπ εκατό άτομα για Μαρόκο;». «Ναι». Πάντα δεχόμουν. Και ταξίδευα. Παντού.

Κατέληξα να διαλέγω ταξίδια, τους έλεγα «βάλε με τώρα Νότια Αμερική γιατί έχω καιρό να πάω».

Όταν ανέλαβα τη διεύθυνση του προγραμματισμού ταξιδιών, οι πωλήσεις εκτινάχθηκαν. Ήξερα τι θέλει ο ταξιδιώτης. Ό,τι θέλω κι εγώ, ταξιδιώτης ήμουν. Άλλαξα όλο το στήσιμο των ταξιδιών, που ήταν απολιθωμένο. Μετά από κάποια χρόνια μου πρότειναν να γίνω γενικός διευθυντής του γραφείου. Αν δεχόμουν, τα ταξίδια θα κόβονταν πλέον. «Τι τα θέλω εγώ τα λεφτά;» σκέφτηκα. «Αφού πάλι σε ταξίδια θα τα ξοδέψω».

Αρνήθηκα. Για να είμαι ελεύθερος να ταξιδεύω όπου θέλω. Αν το θέλω. Όποτε θέλω. Too good to be true. Ξεσάλωσα. Ό,τι κουκίδα υπήρχε στο χάρτη, όποιο μέρος δεν είχα δει το έκανα ταξίδι. Μάζευα και 40 ανθρώπους σε γκρουπ. Υπήρχαν άλλοι τόσοι σαν εμένα, ταξιδιώτες με το ίδιο σκεπτικό.

Αναλάμβανα και έστηνα από το Α ως το Ω τα δύσκολα ταξίδια, αυτά που ήταν για λίγους. Παρακολουθούσα τη διεθνή ταξιδιωτική αγορά και προσπαθούσα να είμαι ακόμη πιο μπροστά. Νησιά Ανταμάν στην Ινδία. Καναδάς-Βραχώδη Όρη-Αλάσκα, 48 άτομα γκρουπ, ταξίδι που δεν είχε γίνει ποτέ ξανά από Ελλάδα. Πλέον δεν υπήρχε φραγμός. Κεντρική Αμερική, όταν ήταν οι Σαντινίστας στη Νικαράγουα, ταξίδι σε οκτώ χώρες. Το 1989 είχα ήδη ξεκινήσει τα πρώτα ταξίδια από Ελλάδα στην Δυτική Αφρική, αλλά και Νιγηρία, Σουδάν, Αιθιοπία. Και έκανα το πρώτο στην ελληνική ταξιδιωτική αγορά «Δρόμο του Μεταξιού». Περάσαμε τις ερήμους της Κίνας, το Παμίρ, βγήκαμε στο Καρακορούμ στο Πακιστάν και τερματίσαμε στο Ισλαμαμπάντ.

Ορινόκος (ποταμός): Βενεζουέλα, Σουρινάμ, Γαλλική Γουιάνα.  Μικρονησία επίσης – ενώ η Πολυνησία είναι πολύ γνωστή, τη Μικρονησία ο κόσμος δεν την ήξερε. Πήγαμε με τη γυναίκα μου καταρχάς ιδιωτικά και «χτενίσαμε» τα νησιά του Ειρηνικού βορειότερα του Ισημερινού. Στην Ασία καθιέρωσα τη μεγάλη, 33 ημερών Ινδονησία. Μέχρι τότε υπήρχε ταξίδι 18 ημερών στην Ινδονησία, στη διάρκεια του οποίου πήγαινες στα πέντε βασικά νησιά. Εγώ ήθελα να δω και τα υπόλοιπα (Νιας, Σουμπάβα). Διάβαζα από δύο και τρεις πηγές, γιατί τότε δεν είχαμε και τον όγκο των πληροφοριών που έχουμε σήμερα. Τιμόρ, Δυτική Παπούα επίσης, πρωτόγνωρες εκδρομές.

Αφγανιστάν, μετά τους Ταλιμπάν. Και Κομόρες Νήσους, δεν είχαν ξαναδεί τουρίστα εκεί. Βόρεια Κορέα, επίσης, τρεις φορές – η πρώτη επί των ημερών του Κιμ Ιλ Σουνγκ, του παππού. Και άλλες δύο φορές επί Κιμ Γιονγκ Ιλ. Ξεναγό είχαμε τον Βορειοκορεάτη που είχε συνοδέψει τον γιο του, τον σημερινό ανώτατο ηγέτη της χώρας Κιμ Γιονγκ Ουν στην Ελβετία για τις σπουδές του.

Δημιουργήθηκε έτσι μια εξειδικευμένη αγορά (niche market) για ανθρώπους διαβασμένους και με ενδιαφέροντα πλατύτερα των συμβατικών: εθνολογικά, κοινωνιολογικά, φυσιολατρικά.

Οι φωτογραφίες είναι μια ευγενική παραχώρηση του Μπάμπη Μπίζα.

Θεωρείτε πως η πανδημία θα αφήσει μόνιμα σημάδια στα ταξιδιωτικά ήθη των ανθρώπων;
Αν συνεχίζουν να υπάρχουν έστω διάσπαρτα κρούσματα θεωρώ πως θα είμαστε όλοι σε ένα διαρκές alert, θα απαιτείται να φοράμε μάσκες και να τηρούμε τα προστατευτικά μέτρα. Ένα πιστοποιητικό εμβολιασμού ίσως καταστεί υποχρεωτικό για να ταξιδεύεις. Δεν θα είναι πρωτόγνωρο – πολλές χώρες της Αφρικής ζητούν εδώ και χρόνια αποδεικτικό εμβολιασμού για τον κίτρινο πυρετό. Πάντως, ακόμα και χωρίς την πλήρη εξάλειψη του ιού, ακόμα και με μάσκες και περιορισμούς, οι άνθρωποι θέλουν να αρχίσουν να ταξιδεύουν πάλι – τh βλέπεις και την ακούς αυτή την επιθυμία.

Λαοί και περιπτώσεις ανθρώπων που σας συγκίνησαν;
Νομίζω, άφησα ένα κομμάτι της καρδιάς μου στην Tonga στην Πολυνησία. Άνθρωποι που ζουν «χαμένοι» μες στον ωκεανό, μόνοι τους, ανιδιοτελείς και αυτάρκεις. Αγνοί. Αισθάνθηκα ότι ζούσα με τους πρωτόπλαστους, είδα σε αυτούς την πιο αυθεντική ανθρώπινη έκφραση, απαλλαγμένη από κάθε πονηριά και υστεροβουλία.

Το 1992 έκανα οτοστόπ στη Γεωργία, ανέβαινα προς τα ορεινά χωριά του Καυκάσου όπου υπάρχουν πέτρινα πυργόσπιτα, σαν αυτά της Μάνης. Σταμάτησε ένα φορτηγό, οδηγούσε ο άντρας και η γυναίκα του δίπλα, νιόπαντροι κιόλας. Εγώ ανέβηκα στην καρότσα. Στον δρόμο πάνω στα βουνά κάναμε μικρές στάσεις, πίναμε βότκα και συνεχίζαμε. Όταν φτάσαμε, μου παραχώρησαν το σπίτι τους για να κοιμηθώ και αυτοί πέρασαν το βράδυ σε συγγενείς. Σχεδόν στενοχωρήθηκα από την τόση προσφορά. Δεν περίμεναν ανταπόδοση, αυθόρμητα το έκαναν. Με έπιασαν τα κλάματα, γοερά, μόνος μου. Αισθάνθηκα ότι υπάρχουν γωνιές στον κόσμο, όπου οι άνθρωποι δεν είναι αυτό που νομίζουμε κάθε μέρα.

Τι μάθατε σε αυτό το non stop ταξίδι;
Ότι τελικά ο πλανήτης έχει πλαστεί για όλους τους ανθρώπους. Όσοι νομίζουν ότι πλάστηκε μόνο για αυτούς και προσπαθούν να τον φέρουν στα μέτρα τους, κάνουν λάθος. Όταν ταξιδεύουμε, αφήνουμε στο σπίτι όλες τις συνήθειές μας, καλές ή κακές. Προσαρμοζόμαστε στον κόσμο. Το παστίτσιο της μαμάς θα το βρούμε όταν γυρίσουμε.

Καθένας μας είναι μια ψηφίδα της απεραντοσύνης που μας περιβάλλει. Το ταξίδι εκπαιδεύει τον άνθρωπο να είναι σεμνός.

https://www.vice.com/el/article/v7m5qb/mpamphs-mpizas-o-pio-ta3idemenos-an8rwpos-toy-kosmoy-den-katablh8hke-apo-to-lockdown

Μπάμπης Μπίζας: Ο πιο πολυταξιδεμένος άνθρωπος στον κόσμο, με ρεκόρ Γκίνες, μιλά στο iefimerida.gr

Το αεροσκάφος τροχοδρομεί στον διάδρομο απογείωσης και η υδρόγειος σφαίρα, γυρίζει μια ακόμα φορά για τον Μπάμπη Μπίζα, τον Έλληνα που κέρδισε μια θέση στο ρεκόρ Γκίνες ως ο πιο πολυταξιδεμένος άνθρωπος στον κόσμο.

Τον τελευταίο μήνα, ταξίδεψε στη Βενεζουέλα, την Κολομβία και την Κένυα, ήρθε … περαστικός στην Αθήνα και πριν φύγει ξανά – αυτή τη φορά για τη Ρωσία- μίλησε στο iefimerida.gr για τον τρόπο που ταξιδεύει ένας άνθρωπος ο οποίος τα έχει δει όλα.

Φάρος Ανιβα , στο νότιο άκρο της νήσου Σαχαλίνης στη Ρωσία

«Έχω επισκεφθεί όλες τις χώρες του κόσμου από το 2004 αλλά συνεχίζω τα ταξίδια ακόμα και τώρα με τον κορωνοϊό, πάντα με τα κατάλληλα μέτρα. Σταμάτησα μόνο έναν μήνα στην αρχή της πανδημίας, που δεν εκτελούνταν οι πτήσεις».

Το φρούριο Ντεραβάρ στην Έρημο Τσολιστάν , στο Κεντρικό Πακιστάν

Συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και οργανωτής ειδικών ταξιδιών , από εβδομάδα σε εβδομάδα περιπλανιέται στη Χαμένη Πόλη της Κολομβίας, μελετά τη φυλή Γιανομάμι στη Ζούγκλα της Βενεζουέλας, γίνεται ο μοναδικός τουρίστας – λόγω covid – σε ολόκληρη ξενοδοχειακή μονάδα στο Πάρκο Κάφουε στη Ζάμπια, γνωρίζει την τελευταία φυλή των σπηλαίων στην Κένυα και μαθαίνει τα μυστικά της άγριας ζωής στις Αρκτικές περιοχές.

Με τους Αυτοκρατορικούς Πιγκουίνους στην παγωμένη Θαλασσα Weddell στην Ανταρκτική

Το άλμπουμ της ζωής του αποτυπώνει το ατέρμονο ταξίδι του στις εσχατιές της γης, εκεί που ο πολύς κόσμος αγνοεί την ύπαρξη τόπων και πολιτισμών.
Το τροχόσπιτο των πάγων

Τα σχέδια του για το επόμενο διάστημα είναι σχεδόν κινηματογραφικά .

« Το επόμενο ταξίδι μου είναι στη Ρωσία. Πρώτα για να συμμετάσχω σε μια εθνογραφική αποστολή στην Χερσόνησο Ταϋμύρ της αρκτικής Ρωσίας και να παρατηρήσω από κοντά τη ζωή των νομάδων Ντολγκάνων που εκτρέφουν ταράνδους. Θα μείνω μαζί τους σε παραδοσιακό μπάλοκ (κιβωτιόσχημο σπιτάκι επενδυμένο με γούνες που πατάει επάνω σε έλκηθρο, κάτι σαν… τροχόσπιτο των πάγων). Θα μετακινηθώ μαζί τους παρατηρώντας την καθημερινότητα τους».


Στους Ντάνι, στα οροπέδια της Δυτικής Νέας Γουινέας

Ταυτόχρονα θα επιδιώξει, όπως λέει ,να εμβολιαστεί με το ρωσικό εμβόλιο να ταξιδεύει με μεγαλύτερη άνεση, ενώ για τη συνέχεια το πρόγραμμά του θα εξαρτηθεί από τα μέτρα για την πανδημία καθώς πολλές χώρες ανοιγοκλείνουν τα σύνορά τους.

«Το επόμενο διάστημα αν δεν υπάρξουν απρόοπτα σχεδιάζω να επισκεφθώ Τανζανία και Ζανζιβάρη, λίμνη Ταγκανίκα, το νησί Σαιντ Κίλντα και τον Βράχο Rockall 200 μίλια δυτικά της Σκωτίας.


Με τους Γιακού την τελευταία φυλή των σπηλαίων στα δάση της βόρειας Κένυας<br>

Επίσης τους καταρράκτες Χιριρίμο στη ζούγκλα της Κεντρικής Κολομβίας, τον φλεγόμενο κρατήρα Νταρβάζα στο Τουρκμενιστάν, τους καταρράκτες Wiberforce στον Αρκτικό Καναδά (Northwest Terrotories), φυλές του κεντρικού Καμερούν , τη Δυτική Νιγηρία και το Δέλτα του ποταμού Νίγηρα, το νησί Μίντγουέϊ στον Ειρηνικό με τα 20.000 άλμπατρος , το νησί Wake στα Νότια του Γκουάμ και τους καταρράκτες Kongu στο Ivindo National Park της Γκαμπόν».

Στους μεγάλους ταξιδιώτες

Για να είναι πιο εύκολη και πιο οικονομική περιήγησή του στον κόσμο , έχει ενταχθεί στους μεγάλους ταξιδιώτες , η αλλιώς τους σύγχρονους Ιντιάνα Τζόουνς που έχουν σκοπό της ζωής τους να εξερευνήσουν τον κόσμο.


Ο φύλαρχος των Γιακού μοιράζεται ένα κομμάτι ψητής αντιλόπης που μόλις έφερε από το κυνήγι

«Οι mega travellers είναι ένας καινούριος όρος που προσδιορίζει ένα συγκεκριμένο τύπο ταξιδιωτών οι οποίοι δεν σταματούν ποτέ να ταξιδεύουν , ανακαλύπτοντας νέα μέρη και νέες γωνιές του γνωστού και άγνωστου κόσμου μας.


Ο Μπάμπης Μπίζας έχει πάει σε όλες τις χώρες του κόσμου

Ζούγκλες, φυλές, νησιά χαμένα στον Ειρηνικό και δυσπρόσιτα τοπία . Δεν αποτελούν οργανωμένη ομάδα. Είναι το στυλ που τους ενώνει. Με αυτού του είδους τους ταξιδιώτες συνδεόμαστε σε μια χαλαρή σχέση ταξιδιωτικής φιλίας και κοινών ενδιαφερόντων και συντονιζόμαστε για να οργανώσουμε ένα κοινού ενδιαφέροντος ταξίδι , νοικιάζοντας ένα σκάφος ή ένα αεροπλάνο για να μας πάει εκεί που δεν πάνε πλοία και αεροπλάνα της γραμμής. Μοιραζόμαστε το κόστος και ικανοποιούμε τα ενδιαφέροντά μας».

Ο Μπίζας στο Νότιο Πόλο

Πολλές φορές ξένες κυβερνήσεις τον καλούν σε διαλέξεις καθώς γνωρίζει τις περιοχές που επισκέπτεται καλύτερα και από τους ντόπιους.


Πορεία με ελέφαντα στα δάση της ορεινής Κεράλα στη Νότιο Ινδία.

Μεταξύ άλλων έχει γράψει τον μοναδικό μέχρι σήμερα ταξιδιωτικό οδηγό για ολόκληρη τη Ρωσία κι έχει κληθεί σε διαλέξεις για την άγρια ζωή στις αρκτικές περιοχές, τις πολικές αρκούδες , τις φάλαινες , και τους Ασιατικούς υπερβόρειους λαούς που ζουν σε αυτά τα μέρη.


Η Ανταρκτική, όπως λέει ο Μπ. Μπίζας, είναι ο τόπος που τον έχει μαγέψει περισσότερο απ΄ όλους. Ωστόσο, όπου κι αν βρίσκεται , η καρδιά του είναι πίσω στην Ελλάδα.

Η Ανταρκτική, όπως λέει είναι ο τόπος που τον έχει μαγέψει περισσότερο απ΄ όλους. Ωστόσο, όπου κι αν βρίσκεται , η καρδιά του είναι πίσω στην Ελλάδα. «Η ελευθερία δεν χαρίζεται, κερδίζεται . Σε μας εναπόκειται να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ανάξιοι των προγόνων μας» σημειώνει με αφορμή την επέτειο των 200 ετών από την Επανάσταση ενώ ετοιμάζει τη βαλίτσα του για να αφήσει ένα Ελληνικό αποτύπωμα στον επόμενο προορισμό του.

https://www.iefimerida.gr/travel/mpampis-mpizas-polytaxidemenos-anthropos-rekor-gkines-iefimeridagr?fbclid=IwAR3WR_W2V6ebKFwSYIWQ-5vK8qMS1On8NMu_kBVz6gkDeSY5nojfKVBNyjo

Ο Έλληνας που έχει ταξιδέψει σε όλες τις χώρες του πλανήτη μιλά στο Passenger.gr

 

Τον έχουν χαρακτηρίσει, ως τον “Έλληνας που κατέκτησε τους 2 πόλους», και κατέχει μία θέση στο βιβλίο Guiness ως ο πιο πολυταξιδεμένος άνθρωπος στον κόσμο! Έχει ταξιδέψει σε όλες τις χώρες, και είναι ο πρώτος Έλληνας που πάτησε το πόδι στον αφιλόξενο τόπο του Βορείου αλλά και του Νοτίου Πόλου, υψώνοντας μάλιστα και την ελληνική σημαία.

Ο Χαράλαμπος Μπιζάς από την Άρτα με εφαλτήριο την αγάπη του για τα ταξίδια και την περιπέτεια, ξεκίνησε κάτι το οποίο για τους περισσότερους αποτελεί ένα άπιαστο όνειρο…Ξεκίνησε, τον γύρο του κόσμου!

Ο “Έλληνας Μαγγελάνος, μίλησε στο Passenger.gr, για τις εμπειρίες του, για όλες τις δυσκολίες και τις συγκινητικές στιγμές που έζησε, αλλά και για τα επόμενα ταξίδια του.

Πότε ξεκινήσατε τα ταξίδια και σε πόσες χώρες του κόσμου έχετε βρεθεί;

Ξεκίνησα να πρώτο ταξιδεύω όταν ήμουν φοιτητής με το σακίδιο στην πλάτη.Τα πρώτα ταξίδια ήταν στις γειτονικές χώρες (Βουλγαρία, Ρουμανία, Τουρκία κλπ). Όταν ένιωσα αυτοπεποίθηση αποφάσισα το μεγάλο ταξίδι στην Ασία. Πήγα με το οτοστόπ στην Ινδία μέσω Περσίας και Αφγανιστάν.

Στην Σρι Λάνκα ζήτησα από κάποιον Έλληνα καπετάνιο και με προσέλαβε σαν ναύτη. Ταξίδεψα με το πλοίο μέχρι τη Μοζαμβίκη και τη Νότιο Αφρική. Μετά από δυο μήνες καταλήξαμε στη Βαλτιμόρη στην Αμερική. Αφού ξεφορτώσαμε μετάλλευμα σε διάφορα λιμάνια μετά από ένα μήνα επέστρεψα αεροπορικώς στην Ελλάδα. Είχα ακόμη ένα μάθημα να δώσω για να αποφοιτήσω.

Το 2004 ολοκλήρωσα τις επισκέψεις μου σε όλες τις χώρες του κόσμου που τότε ήταν 194. Το 2011 που έγινε ανεξάρτητο το Νότιο Σουδάν πήγα και το επισκέφθηκα ακόμη μία φορά.

Οι συνήθειες ποιου λαού σας έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση;

Οι Ιάπωνες είναι ένας λαός που παρ ότι φαινομενικά μοιάζει με τους άλλους Ασιάτες , εν τούτοις είναι ένας ολόκληρος διαφορετικός κόσμος σαν να βρέθηκε στη Γη από άλλον πλανήτη. Δείχνουν ευγένεια, σεβασμό στον συνομιλητή , υποκλίνονται , είναι σχολαστικοί με την καθαριότητα που έχει διαστάσεις θρησκευτικές και δείχνουν τρομερή αφοσίωση στην παράδοση.

Από όσα μέρη έχει επισκεφτεί, ποια τρία θα αξιολογούσατε ως κορυφαία και γιατί;

Για να μην πλατειάζω και χαθεί η ουσία θα τα αναφέρω με αυστηρά κριτήρια εντυπώσεων που κάνουν στον κάθε ταξιδιώτη.

Πρώτη και με διαφορά είναι η Ανταρκτική χάρις στα απίστευτης μεγαλοπρέπειας τοπία. Παγετώνες, βραχώδη τοπία και ατέλειωτη μαγεία με τις χιλιάδες φώκιες, τους πιγκουίνους και τις φάλαινες. Δεν είναι χώρα, είναι το μεγαλύτερο εθνικό πάρκο του πλανήτη!

Μετά έρχεται η Βενεζουέλα με τα τρομερά τοπία και τα τραπεζοειδή βουνά , τα Τεπούι. Ανάμεσα τους τα συγκλονιστικά Ροράιμα και Αγιαντεπούι από όπου πέφτουν στο χάος οι καταρράκτες Ειντέλ. Τρίτο μέρος είναι η Αγκόλα και ιδιαίτερα ο νότος όπου ζουν οι τελευταίες 12 αυθεντικές φυλές του πλανήτη όπως οι Τούα, οι Μουκμπάλ και οι Νγκεντελεγκε. Χρώματα , κομμώσεις, στολίδια και γλώσσες που ακόμα και οι ανθρωπολόγοι δυσκολεύονται να κατατάξουν σε ομάδες.

Πού δοκιμάσατε το πιο νόστιμο φαγητό;

Χωρίς περιστροφές και πολλές εξηγήσεις, στο Αζερμπαιτζάν. Μια κουζίνα παραγνωρισμένη που δεν δημιούργησε brand name όπως η Ιταλική, η Ελληνική, η λιβανεζική ή ακομα και η ουζμπεκική. Είναι πλημμυρισμένη με αρωματικά βότανα και χόρτα , συνδυασμούς που είναι καταπληκτικοί.

Ποια εμπειρία θα σας μείνει αξέχαστη;

Το ότι έμεινα στο νησί Νιουαφοόυ του Ειρηνικού 15 μέρες. Το αεροπλάνο δεν ήλθε ποτέ για την πτήση της επιστροφής. Μοιραία έμεινα περιμένοντας οτιδήποτε μέσο θα με έφερνε πίσω στην πρωτεύουσα της Τόνγκα για την 40 ωρών πτήση επιστροφής στην Ελλάδα. Βολεύτηκα όσο καλλίτερα μπορούσα στην κατοικία του ιερέα του Νιουαφόου και άρχισα να γνωρίζομαι με τους Πολυνήσιους που με αγκάλιασαν κι με έκαναν μέλος της κοινωνίας τους. Σκούπιζα την εκκλησία , πήγαινα στον όρθρο στις 5 το πρωί και ήμουν ο προσκεκλημένος του νησιού. Νοιάζονταν για μένα. Την 15 η μέρα εμφανίστηκε ο….«Αγιος Χαράλαμπος» . Ένα ταλαιπωρημένο μικροσκοπικό φεριμποτ που έκανε 30 χρόνια την διαδρομή Πέραμα –Σαλαμίνα και τώρα βρήκε νέα καριέρα στον Ειρηνικό. Πολλοί κλάψαμε την ημέρα που έφυγα απ το νησί των πρωτόπλαστων.

7.Ποια είναι τα επόμενα ταξίδια που σχεδιάζετε και ποιος είναι ο επόμενος σας στόχος;

Τα ταξίδια μου εδώ και αρκετό καιρό έχουν στόχο λαούς και φυλές που εξακολουθούν να αντιστέκονται στην δυτικοποίηση και περιοχές του κόσμου με εξωγήινα τοπία.

Τέτοια είναι οι φυλές των Μπαουζί στην Δυτική Νέα Γουινέα , τα όρη Τιμπεστί στο Βόρειο Τσαντ, το νησί Midway, το Wake , το Kure to Bikini και το νησί Heard,  οι καταρρακτες Χιριχιριμο στη Κολομβία , οι Κουγκε στο Γκαμπόν. Ο κρατήρας Νταρβαζα στο Τουρκμενισταν και Νιυρακόνγκο στο Δημοκρατικό Κονγκο. Το πάρκο Οντζαλα στο Κονγκό , οι φυλές της Νιγηρίας και άλλα. Το κοντινότερο ταξίδι από σήμερα που είναι προγραμματισμένο για την χερσόνησο Ταϋμύρ της Αρκτικής Ρωσίας για να ακολουθήσω τους νομαδες Ντολγκάνους που αναζητούν βοσκοτόπια για τους ταράνδους.

4. Ποια θα ήταν η γνώση που θα θέλατε να μεταφέρετε στους Έλληνες πολίτες μετά από τόσα ταξίδια;

Πρώτα θα έλεγα ότι «ο πλανήτης δεν πλάστηκε μόνο για εμάς» ! Όταν ταξιδεύουμε να αφήνουμε στο σπίτι μας τις συνήθειες μας και προσπαθούμε να βιώσουμε τον κόσμο όπως αυτός είναι χωρίς να αγωνιζόμαστε να τον φέρουμε στα μέτρα μας. Το παστίτσιο της μαμάς μας θα το ξαναβρούμε όταν γυρίσουμε στην Ελλάδα. Αν πας και γυρίσεις χωρίς να σου έχει αφήσει τίποτε ένα ταξίδι , τότε κλείσε ένα ωραίο ξενοδοχείο στα Καμένα Βούρλα. Δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις.

Δοκίμασε τοπικές γεύσεις , άκου προσεκτικά τους ήχους της γλώσσας των ντόπιων και απόλαυσε το κρύο ή τη ζέστη όπως οι ντόπιοι.Τότε θα τους καταλάβεις καλύτερα και θα κάνεις τον εαυτό σου σοφότερο.

https://passenger.gr/you-are-the-passenger-2/o-ellinas-poy-echei-taxidepsei-se-oles-tis-chores-toy-planiti-mila-sto-passenger-gr/

Ο Ελληνας «Ιντιάνα Τζόουνς», Χαράλαμπος Μπίζας μιλάει στον Ε.Τ.- Ταξίδεψε σε όλες τις χώρες της Γης

ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ

Η πρώτη προσπάθεια επικοινωνίας με τον Χαράλαμπο Μπίζα, τον Ελληνα που έχει επισκεφθεί όλες τις χώρες του κόσμου και συνεχίζει ακάθεκτος να εξερευνά τόπους και πολιτισμούς εν μέσω πανδημίας, «σκόνταψε» στην έλλειψη σήματος στην άλλη άκρη της Γης.

«Είμαι στη ζούγκλα της Κολομβίας, αύριο θα έχω δίκτυο», μας έγραψε πριν καταφέρουμε να έρθουμε σε επαφή μαζί του για να μας περιγράψει πώς είναι τα ταξίδια στην εποχή του κορονοϊού. Ξεκινάει αμέσως, δίνοντας το στίγμα του στον παγκόσμιο χάρτη: «Αυτήν τη στιγμή είμαι στην Κολομβία και ετοιμάζομαι να πετάξω για την Αφρική. Πηγαίνοντας προς τα πίσω χρονικά, επισκέφθηκα τη Βενεζουέλα και ειδικά τα τροπικά δάση όπου ζει η φυλή των Γιανομάμι».

Κάπου στην Αφρική…

Με μια θέση στα ρεκόρ Γκίνες το 2004, ο πιο πολυταξιδεμένος άνθρωπος του κόσμου αλλάζει τις χώρες σαν τα… πουκάμισα και περνάει περίπου 300 μέρες τον χρόνο εκτός Ελλάδος πλημμυρίζοντας από νέες εμπειρίες και γνώσεις.

Μιλώντας σήμερα στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής ξετυλίγει τη μυθιστορηματική ζωή του και εξηγεί πως ούτε ο κορονοϊός δεν κατάφερε να τον κατεβάσει από το αεροπλάνο: «Σταμάτησα να ταξιδεύω μόνο 40 μέρες, την περίοδο Μαρτίου-Απριλίου 2020, όταν διεκόπησαν οι πτήσεις. Εκτοτε ταξιδεύω συνεχώς, με μικρά διαλείμματα επιστροφής στην Ελλάδα. Το τελευταίο δωδεκάμηνο πραγματοποίησα πάνω από 13 ταξίδια, μερικά από τα οποία στην Ευρώπη και τα υπόλοιπα υπερπόντια. Ζάμπια, Μεξικό, Περού, Νότιο Σουδάν, Παραγουάη, Βενεζουέλα και Κολομβία, ενώ τις επόμενες μέρες θα πάω κατευθείαν στη Βόρεια Κένυα και στη συνέχεια στη Χερσόνησο Ταϊμίρ στην αρκτική Ρωσία, χωρίς να περάσω από την Ελλάδα».

«Η Ανταρκτική είναι συγκλονιστική. Δεν είναι χώρα, είναι η μεγαλοπρεπέστερη έκφραση του πλανήτη», εξομολογείται ο Χάρης Μπίζας.

Στην ερώτηση πόσες χώρες έχει επισκεφθεί συνολικά από τότε που ξεκίνησε τα ταξίδια, η απάντηση είναι σαφής: «Τις έχω επισκεφθεί όλες! Και τις 193 χώρες που αναγνωρίζει ο ΟΗΕ, αλλά και τις 16 μη αναγνωρισμένες, καθώς και όλα τα υπερπόντια εδάφη. Αυτό έχει ήδη γίνει από το 2004. Από τότε ταξιδεύω σε ειδικές περιοχές των χωρών αυτών για να φέρω στην επιφάνεια τις κρυμμένες ομορφιές και το αυθεντικό πρόσωπο αυτού του πλανήτη, που ευτυχώς ακόμα υπάρχει».

Δεν έχει εμβολιαστεί

Λόγω των ταξιδιών κάνει συνεχόμενα τεστ κορονοϊού και δεν έχει εμβολιαστεί ακόμα, ωστόσο, σχεδιάζει να βρεθεί στη Ρωσία για να κάνει το ρωσικό εμβόλιο. «Ο ιός δεν θέλει φόβο. Θέλει γνώση. Τηρούμε τρία πράγματα: Φοράμε μάσκα, απολυμαίνουμε τα χέρια μας συχνά, αφού αναπόφευκτα ακουμπάμε επιφάνειες που ακούμπησε κάποιος άλλος, και κρατάμε αποστάσεις ασφαλείας. Οποιος τα κάνει αυτά δεν έχει να φοβηθεί τίποτε. Τόσο απλό είναι», επισημαίνει ο κ. Μπίζας. Τα ταξίδια στην εποχή του κορονοϊού, όπως λέει, έχουν και τα θετικά τους και, κυρίως, φθηνά εισιτήρια, σχεδόν άδεια αεροπλάνα και μια απρόσμενη ιδιωτικότητα παντού, αφού ο ίδιος έχει υπάρξει ακόμα και ο μοναδικός πελάτης σε ένα ολόκληρο ξενοδοχείο.

Στη φυλή Γιανομάμι στη ζούγκλα της Βενεζουέλας.

«Τα ταξίδια εν μέσω της πανδημίας είναι πιο εύκολα απ’ όσο κανείς φαντάζεται και με πολλά πλεονεκτήματα. Εφόσον η χώρα που επιθυμείς να πας είναι ανοιχτή στους ξένους επισκέπτες, δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο. Ολες οι χώρες έχουν καθιερώσει το πιστοποιητικό με αρνητικό τεστ Covid. Εχοντας αυτό και διάθεση για ταξίδι, όλα μετά είναι απλά. Σε κάθε χώρα ισχύουν τοπικά περιοριστικά μέτρα, κυκλοφορία με μάσκες στους κλειστούς χώρους, ενώ σε πολυσύχναστα μέρη γίνεται θερμομέτρηση κατά την είσοδο. Παντού υπάρχουν απολυμαντικά χεριών. Ποτέ δεν ένιωσα… καθαρότερος στα ταξίδια μου. Δυσκολία θεωρώ να μην είναι ανοιχτά κάποια μουσεία ή αρχαιολογικοί χώροι. Ή να κλείνουν νωρίς τα εστιατόρια, όπως στην Τυνησία. Αλλά, αν εξοικειωθείς, προσαρμόζεσαι όπως οι ντόπιοι. Υπάρχουν όμως πλεονεκτήματα. Φτηνά αεροπορικά εισιτήρια και ξενοδοχεία και η αίσθηση να είσαι ο μόνος τουρίστας σε έναν ολόκληρο αρχαιολογικό χώρο, όπως πρόσφατα στη Χαμένη Πόλη της Κολομβίας. Στη Ζάμπια ήμουν ο μόνος ένοικος σε ολόκληρη ξενοδοχειακή μονάδα στο Πάρκο Καφούε. Ακόμη και η Μύκονος πήρε άλλη μορφή χωρίς τα ανεξέλεγκτα πλήθη των κρουαζιερόπλοιων. Ομορφο γοητευτικό μέρος σαν να το επισκέφθηκα πρώτη φορά. Καμία σχέση με το παρελθόν», προσθέτει.

Στην Κολομβία πάνω σε γαϊδουράκι.

Συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και οργανωτής ειδικών ταξιδιών σε τουριστικό γραφείο, πολλές φορές ταξιδεύει χωρίς παρέα: «Στην Κολομβία είμαι μόνος. Ο ρόλος μου στο ταξιδιωτικό γραφείο με το οποίο συνεργάζομαι στην Αθήνα, το οποίο οργανώνει ασυνήθιστα ταξίδια για Ελληνες σε ασυνήθιστες γωνιές του πλανήτη, είναι να ανακαλύπτω νέες περιοχές και να αξιολογώ μετά από επιτόπια επίσκεψη αν ένα μέρος θα μπορούσε να ενταχθεί σε μελλοντικά ταξίδια. Οπως η χαμένη στη ζούγκλα αρχαία πόλη Lost City ή η επίσκεψη στα χωριά της φυλής των Γιανομάμι στη ζούγκλα της Βενεζουέλας».

Μαθαίνει τη Ρωσία στους… Ρώσους

Το 2017 κυκλοφόρησε στα ελληνικά και τα αγγλικά ο ταξιδιωτικός οδηγός που έγραψε ο Χαράλαμπος Μπίζας για ολόκληρη τη Ρωσία και στη συνέχεια προσκλήθηκε να μιλήσει στη Μόσχα για τις άγνωστες, ακόμα και στους ίδιους τους Ρώσους, ομορφιές της χώρας τους.

«Ως μέλος της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρίας, έστειλα κάποια αντίτυπα στην εταιρία που έτυχαν κολακευτικών σχολίων. Με κάλεσαν στη Μόσχα για να δώσω διάλεξη στα κεντρικά γραφεία της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρίας με θέμα τη χώρα τους. Εκεί παρουσίασα μέσα από την τουριστική σκοπιά όλα τα κορυφαία αξιοθέατα της άγνωστης -ακόμα και στους Ρώσους- Ρωσίας, με έμφαση στις αρκτικές περιοχές, στην άγρια ζωή, στις πολικές αρκούδες, στις φάλαινες και τους ασιατικούς υπερβόρειους λαούς που ζουν στα μέρη αυτά. Τον Μάιο του 2018 το βιβλίο μου “All Rusia Guide” τιμήθηκε με ειδική διάκριση στον ετήσιο διαγωνισμό “Κρυστάλλινη Πυξίδα”.

. Στο νησί Tyuleniy στη Βορειοανατολική Ασία.

To 2019 η Ρωσική Γεωγραφική Εταιρία, της οποίας πρόεδρος είναι ο ίδιος ο Βλαντιμίρ Πούτιν και εκτελεστικός πρόεδρος ο υπουργός Εθνικής Αμυνας της Ρωσίας, Σεργκεϊ Σοϊγκού, με κάλεσε για δεύτερη φορά στη Ρωσία να μιλήσω στο Διεθνές Θερινό Σχολείο στην Καλούγκα, όπου νέοι επιστήμονες απ’ όλο τον κόσμο ενημερώνονται για την πολυμορφία και τις δυνατότητες της ρωσικής επικράτειας».

Οταν γυρίζει στην Ελλάδα, τον περιμένει η σύζυγός του, που τη λένε Πηνελόπη, ίσως όχι τυχαία όπως λέει αστειευόμενος, πίσω από ένα βουνό από διαβατήρια που έχει αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια. Από την περιήγησή του σε ολόκληρο τον κόσμο, ξεχωρίζει έναν τόπο που κέρδισε την καρδιά του. «Η Ανταρκτική είναι συγκλονιστική. Δεν είναι χώρα, είναι η μεγαλοπρεπέστερη έκφραση του πλανήτη», σημειώνει. Γεννημένος το 1954 στην Αρτα, σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Σλαβικές Γλώσσες στο Ινστιτούτο Βαλκανικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη. Από τα φοιτητικά του χρόνια άρχισε να βάζει κουκκίδες στην Υδρόγειο και να τις ακολουθεί, χωρίς τότε να φαντάζεται ούτε ο ίδιος πόσο μακριά θα πήγαινε η βαλίτσα…

https://eleftherostypos.gr/ellada/727181-o-ellinas-intiana-tzoouns-xaralampos-mpizas-milaei-ston-e-t-taxidepse-se-oles-tis-xores-tis-gis/

Γεωγραφικός Οδηγός για …Ταξιδιώτες

Ο Μπάμπης Μπίζας είναι ταξιδιωτικός συγγραφέας και αρθρογράφος,   διοργανωτής ταξιδιών και μέλος της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρίας.

Τον έχουν αποκαλέσει “Ιπτάμενο Ολλανδό”       «Ράμπο  των Ταξιδιών», “Γκουρού των Ξεναγών”  “Ελληνα Φιλέα Φόγκ”,

ενώ το NATIONAL GEOGRAPHIC TRAVELER τον χαρακτήρισε τον «πιο ταξιδεμένο άνθρωπο του κόσμου»

Άτυπος πρεσβευτής της πατρίδας μας σε περιοχές του πλανήτη που δεν έχει πατήσει ακόμη συμβατικός ταξιδιώτης . Ύψωσε την Ελληνική σημαία στο Βόρειο Πόλο το 1995 και 20 χρόνια αργότερα και στο Νότιο Πόλο. Το 2004 επισκέφθηκε και τις τότε 192 χώρες του πλανήτη, και μία ακόμα το 2011 όταν προστέθηκε το Νότιο Σουδάν .

Για πολλά χρόνια εργάστηκε σαν αρχηγός ελληνικών τουριστικών γκρουπ στο MANOS TRAVEL και αργότερα σαν Διευθυντής προγραμματισμού ταξιδιών στα μεγάλα ταξιδιωτικά γραφεία της Ελλάδας. Το επάγγελμα του τον έφερε σταδιακά σε όλες τις χώρες του κόσμου, στις πολυάριθμες αυτόνομες περιοχές και υπερπόντιες  κτήσεις και μάλιστα για παραπάνω από μία φορά. Ταξιδεύει πάνω από 300 μέρες το χρόνο ανακαλύπτοντας νέες γωνιές στις χώρες που είχε επισκεφθεί στο παρελθόν. Κατά κοινή παραδοχή γνωρίζει τον κόσμο καλλίτερα από κάθε άλλο άνθρωπο στον πλανήτη. Αυτό τον ενθάρρυνε να γράψει τον “Γεωγραφικό Οδηγό” για να ξεκαθαρίσει το πιο κοινό ερώτημα: Πόσες χώρες υπάρχουν στον κόσμο;

Kεντρική διάθεση :ΤRAVEL BOOKSTORE Σόλωνος 71, τηλ  +30 210 3616943

http://www.travelbookstore.gr/index/maps.asp?id=50249

 

 

Αφγανιστάν: Η χώρα των ιππέων

Άρχισα να κρυώνω. Η υγρασία της Ιρανικής ερήμου είχε πιρουνιάσει τον υπνόσακο. Χουχούλιασα δυνατά τα χέρια μου. Σηκώθηκα τεντώνοντας δύο-τρεις φορές τα χέρια μου να ξεμουδιάσω. Δίπλα μου κυλούσε ήσυχα το ρυάκι που με συντρόφευε στην απέραντη ερημιά. Ένιψα το πρόσωπό μου με τις χούφτες να ξεζαλιστώ. Ανανεωμένος από τον ύπνο στην ύπαιθρο, ταξινόμησα με ησυχία τις σκέψεις μου για τις επόμενες ενέργειές μου.

Ήμουν έτοιμος πια να συνεχίσω το δρόμο μου. Στη νωπή από τη δροσιά άσφαλτο δεν κινούνταν κανείς.

Το τελωνείο του Αφγανιστάν βρίσκεται 5 χιλιόμετρα πιο κάτω, στο χωριό Ισλάμ Καλά. Το καινούργιο κτίριο χτίζεται κοντά στο ιρανικό τελωνείο, με ρυθμό απελπισίας. Περπατάω κάμποσο κάτω από τον ήλιο που άρχισε να φλογίζεται και να φλογίζει την έρημο. Κουράζομαι γρήγορα. Δεν φαίνεται να υπάρχει μέσον που να πηγαίνει στο Ισλάμ Καλά. Κάμποσοι Αφγανοί με τα mini bus περιμένουν να μαζευτούν οι ξένοι για να κάνουν δρομολόγιο. Φαρδιά ρούχα, γενειάδες και ογκώδη τουρμπάνια, τυλιγμένα γραφικά γύρω από το κεφάλι. Μάτια μεγάλα, άδολα, με παιδικό ύφος σε κοιτάζουν εξεταστικά.

Ο θόρυβος της μηχανής μ’ έκανε να στραφώ πίσω. Ένας πολύχρωμος… κήπος ερχόταν προς το μέρος μου. Τα αφγανικά φορτηγά  είναι θαυμάσια, κινητά έργα τέχνης. Με δυσκολία το σακίδιο πέρασε απ’το στενό άνοιγμα της πλουμισμένης πόρτας. Το έσπρωξα με δύναμη και το ακολούθησα. Η μορφή με κοίταξε για λίγο με κάποια έκπληξη και χωρίς να μιλήσω άφησε ελεύθερο “τον κήπο” να ξεκινήσει μουγκρίζοντας στην άσφαλτο. Τον κοίταξα καλύτερα. Μεγάλο τουρμπάνι τυλιγμένο με τρόπο αφήνοντας την άκρη του να κρέμεται πίσω.

Ηλιοκαμένο πρόσωπο με ρυτίδες. Δύο  μεγάλα μάτια κάτω απ’ τα δασιά φρύδια κοίταζαν μπροστά, μόνο μπροστά. Η πλούσια γκριζαρισμένη γενειάδα έδινε ιερή μεγαλοπρέπεια σ’ αυτόν το σκληροτράχηλο, ορεσίβιο κάτοικο του Ινδικού Καυκάσου. Μια πουκαμίσα καλά κουμπωμένη φανέρωνε τη λεβεντιά του που την επιβεβαίωσαν τα τραχιά μεγάλα χέρια του που έσφιγγαν με αποφασιστικότητα το τιμόνι.

Τα λίγα χαμόσπιτα έδειξαν ότι φτάσαμε. Το φτωχικό κτίριο δίπλα παίζει ρόλο τελωνείου. Ένας νεαρός ίσα με 22 χρονών είναι ο διευθυντής. Σίγουρα τελείωσε γυμνάσιο για να τον έχουν εδώ. Ο βοηθός του, ένα παιδάκι 16 χρονών, ξυπόλυτο με κουρεμένα σύρριζα τα μαλλιά του, αναλαμβάνει να κάνει τον έλεγχο αποσκευών. Πιέζει δύο-τρεις φορές το σακίδιο απ’ έξω και τελειώσαμε! Μετά παίρνει το διαβατήριο μου και το κοιτάζει σχολαστικά κρατώντας το… ανάποδα.

-“ΟΚ”, μου λέει σοβαρά και μου δείχνει την πόρτα του γραφείου που γίνεται η καταγραφή των στοιχείων. Παίρνω το διαβατήριο. Δυο ολόκληρες σελίδες έπιασαν οι σφραγίδες επάνω του.

Στο τέλος του δρόμου μια υποτυπώδης αλυσίδα σαν αυτές που φυλάγονται οι ορεινές σιδηροδρομικές διαβάσεις όριζε το χώρο τράνζιτ του τελωνείου. Ο φρουρός με την γκρίζα άκομψη στολή του μου ζητά την κάρτα εμβολίων. Του δείχνω… την ελληνική φοιτητική ταυτότητα και ικανοποιημένος μου κάνει τόπο να περάσω.

Ο ένας και μοναδικός δρόμος του συνοικισμού του Ισλάμ Καλά είναι γεμάτος κόσμο. Ξένους που πηγαινοέρχονται και ντόπιους που δείχνουν την πραμάτεια τους.

Στη δεξιά πλευρά, μια σειρά από μαγαζάκια σερβίρουν φαγητά και τσάι. Κάθεσαι σταυροπόδι πάνω σε μια εξέδρα που είναι στημένη απ’έξω. Τα κλαδιά από πάνω σε προφυλάσσουν από τον ήλιο και τη ζέστη. Ένα τεράστιο πιάτο πιλάφι, συνοδευόμενο από μικρά κομμάτια ψημένο κρέας. Πιρούνια δεν υπάρχουν αν δεν ζητήσεις ο ίδιος. Με τα δάκτυλα κάνεις το ρύζι σβόλους και το φέρνεις στο στόμα. Κάμποσα μάτια με κοιτάζουν καθώς προσπαθώ να φάω. Δύο-δυο, τρεις-τρεις, μαζεύτηκαν γύρω, χαμογελαστά πρόσωπα με τα τουρμπάνια και τις χρωματιστές φορεσιές τους. Κοίταζαν περιμένοντας να τους μιλήσω, να αλλάξουμε φιλικές κουβέντες. Ο Ουζμπέκος με τα λοξά μάτια, ο Κιργίζιος με τη γαμψή μύτη, ο Τατζίκος με το στρογγυλό πρόσωπο και ο Τουρκμένιος με τα σμιχτά φρύδια. Άνθρωποι φτωχοί, χαρούμενοι, απλοί, παρουσίες αγνές σ’ ένα όμορφο τόπο. Το τσάι ήρθε για όλους μας. Λίγα νοήματα, λίγα αγγλικά, λίγα περσικά που μοιάζουν με τα αφγανικά και μια φορά ακόμα οι άνθρωποι κατάφεραν να επικοινωνήσουν και ας τους χωρίζουν η απόσταση, η θρησκεία, η γλώσσα. Η χαρούμενη παρέα φωτογραφήθηκε μαζί. Τα μεγάλα μάτια, το ρυτιδωμένο πρόσωπο, η γαμψή μύτη, κόλλησαν για πάντα στο χαρτί. Ζεστή ανάμνηση, από ζεστούς ανθρώπους.

Η Χεράτ βρίσκεται κάπου 70 χλμ. Ανατολικότερα. Τα minibus περνούν φορτωμένα κόσμο και αποσκευές. Με ένα δολάριο παίρνεις 44 αφγανί. Με 50 αφγανί πας στη Χεράτ. Το 12θέσιο minibus σταματά για να με πάρει. Η συνέχεια του ταξιδιού με βρίσκει παρέα με άλλους έξι νέους επιβάτες …καθισμένο στη σκεπή του λεωφορείου, μαζί με τις αποσκευές. Όσο αυτοί κάθονται άνετα, τόσο εγώ τρέμω μην βρεθώ στο δρόμο έτσι όπως τρέχουμε.

Την έρημο διαδέχεται σιγά-σιγά πράσινη πεδιάδα με πολλά δένδρα και άφθονα νερά. Στο μέσον είναι χτισμένη η Χεράτ, η Αλεξάνδρεια των Αρείων.

– Πού θα μείνεις, ρωτά ο Μωχάμετ ο Ιρανός που πάει στην Ινδία για σπουδές.

– Δεν ξέρω, πρώτη φορά έρχομαι εδώ.

Μ’ ένα δολάριο ο καθένας μένουμε μαζί στο φτωχικό αλλά καθαρό ξενοδοχείο της πλατείας. Η ζωντάνια της Χεράτ με εντυπωσιάζει. Κάθε δρόμος και παζάρι. Αυθεντικά κομμάτια, χαλιά, υφαντά, υφάσματα, μινιατούρες και αντίκες.

-Πόσο κάνει η πουκαμίσα, ρωτάω τον λιλιπούτειο πωλητή.

-Πόσο δίνετε μίστερ;

«Ας πω ένα μικρό νούμερο μη μου πει πρώτος κάτι μεγάλο, ώστε να βγάλουμε τη μέση».

-Διακόσια αφγανί, λέω εγώ με ύφος πετυχημένου διαπραγματευτή.

Γουρλώνει τα μάτια ο πιτσιρίκος.

-Μήπως μπορείτε να δώσετε πεντακόσια; Ρωτάει δειλά.

-Όχι, όχι! Επιμένω διακόσια.

-Καλά μίστερ, ορίστε το πουκάμισο για 200 αφγανί.

Φεύγω καμαρωτός φορώντας το λεπτό πουκάμισο με το κέντημα στα δεξιά. Ο μικρός με κοιτάζει έκπληκτος καθώς προχωρώ.

«Δεν είναι στα καλά τους οι Ευρωπαίοι» θα’πε. «Τι τον έπιασε τούτον και έδωσε 200 αφγανί για ένα πουκάμισο που πουλιέται παντού με 30».

Τα βήματά μου με έφεραν κάτω από το κάστρο, την ακρόπολη της Χεράτ. Χτισμένη από τη γνώριμη λάσπη ψηλά στο βράχο, στη μέση της πεδιάδας.

Από κάτω το αυλάκι με τα βρώμικα νερά κυλάει με θόρυβο. Στο χωματένιο δρόμο τα μαγαζιά πουλάνε δίσκους και πειρατικές κασέτες με παραδοσιακή μουσική απ’ το ορεινό Αφγανιστάν. Πιο κάτω, δεκάδες αργυροχοΐα έχουν στις βιτρίνες τους κρεμασμένα, θαυμάσια κοσμήματα καλοδουλεμένα από χέρια ανατολίτη μάστορα.

Ήθελα να πάω στην Καμπούλ, διασχίζοντας  την οροσειρά του Ινδοκούς. Προτιμούσα να αποφύγω την “Έρημο του Θανάτου” που περιβάλλει τον ορεινό όγκο και καλύπτει όλο το υπόλοιπο Αφγανιστάν. Αλλά το εισιτήριο πάνω απ τα βουνά ήταν πανάκριβο. Έτσι πήγα να βγάλω εισιτήριο με το λεωφορείο.

Από την Χεράτ η Καμπούλ απέχει 1.160 χλμ. Το πολυτελέστατο πούλμαν κάνει πάνω από 14 ώρες τη διαδρομή μέσω Κανταχάρ.

– Εισιτήριο για Καμπούλ παρακαλώ γι αύριο το μεσημέρι στις 2.

Δεν μετάνιωσα για την απόφασή μου. Μόνο για ένα πράγμα θα μετάνιωνα. Για την ώρα που διάλεξα να φύγω…

Στο γραφείο που ανέλαβε τη μεταφορά μας στην Καμπούλ, έφτασα πριν τις 2 το μεσημέρι. Ο χώρος ήταν γεμάτος Αφγανούς που περίμεναν τον οδηγό. Το πολυτελές γερμανικό πούλμαν πυρακτωνόταν από τη μεσημεριάτικη λαύρα, που σε έπνιγε στο λαιμό, έτσι όπως στεκόταν στην άκρη του δρόμου.

Ανάμεσα στο πλήθος διέκρινα τρεις ευρωπαίους. Ένα νεαρό ζευγάρι και ένα μουσάτο τύπο με γυαλιά που πίσω τους έπαιζαν δύο πονηρά μάτια.

– Με λένε Πίτερ και είμαι από την Αμερική. Είμαι καθηγητής κοινωνιολογίας, άκουσα να μου συστήνεται. Η φωνή του ταίριαζε στα μάτια του.

– Είμαι Ελληνας. Σπουδάζω στην Αθήνα, κατοικώ στη Θεσσαλονίκη.

– Ω, ρήηηλυ; Και εγώ ζω στην Αθήνα αυτό τον καιρό.

Φόρτωσα τα πράγματά μου και ανέβηκα στο πούλμαν. Κόντεψα να πέσω κάτω. Ένα κύμα καυτού αέρα μπήκε στα πνευμόνια μου. Τα παράθυρα ήταν βιδωτά. Ο κλιματισμός δεν δούλευε ακόμα. Η λαμαρίνα ζεματούσε. Αέρας δεν έμπαινε από πουθενά. Ο ήλιος της ερήμου το έκαιγε ανελέητα όπως ανελέητα έψηνε τους ανθρώπους με 50 βαθμούς θερμοκρασίας. Κάθισα στο κάθισμα σαν μολύβι. Η γλώσσα μου πετάχτηκε έξω καθώς προσπαθούσα να αναπνεύσω. Ο Αφγανός δίπλα μου αμίλητος προσπαθούσε να σκουπίσει τον ιδρώτα που έτρεψε ποτάμι στο κορμί. Τα μάτια μου θόλωσαν, το κεφάλι βούιζε, το μυαλό μου έπαψε να δουλεύει. Έμεινα στο κάθισμα με το κεφάλι τεντωμένο προς τα πίσω, το στόμα ανοιχτό. Είχα χάσει τελείως τις αισθήσεις μου…

Το δροσερό αεράκι που με χτύπησε στο πρόσωπο με έκανε να ξυπνήσω. Ένιωθα ακόμη βαριά την ανάσα μου σαν να βρισκόμουν σε λήθαργο. Τα μάτια μου άνοιξαν σιγά-σιγά χωρίς να βλέπουν πουθενά. Συνήθισα την ατμόσφαιρα και ανακάθισα στη θέση μου. Το πούλμαν έτρεχε πάνω στον τσιμεντένιο δρόμο προς τα νότια. Θα περνούσε από το Κάνταχαρ και σε 16 ώρες συνολικά θα ήμασταν στην Καμπούλ.

Το δροσερό περιβάλλον με αναζωογόνησε. Πρέπει να είχα μείνει πάνω από 2 ώρες αναίσθητος. Ήδη βρισκόμαστε μακριά από τη Χεράτ καταμεσής στην “Έρημο του Θανάτου”. Έγειρε ο ήλιος με το κύλισμα της μέρας και φίλησε τρυφερά την έρημο. Εκείνη κοκκίνισε από ντροπή αλλά του ανταπόδωσε το ζεστό φιλί. Έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι για κάμποσο.

Οι ρόδες στρίγκλισαν καθώς το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα. Άδειασε το λεωφορείο. Το πλήθος όρμησε αθόρυβα στην απέραντη έκταση της ερήμου. Σάστισα. Το ίδιο ο Πίτερ, το ίδιο και το ζευγάρι. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας αμήχανα, βουβοί. Στρέψαμε τα μάτια μας προς την έρημο. Μαύρες φιγούρες μέσα στο χρυσό δίσκο στέκονταν ευλαβικά, γονατισμένες στα μικρά χαλάκια της προσευχής κοιτάζοντας τις ερωτοτροπίες του ήλιου με την αγαπημένη του.

Υψώθηκαν τα χέρια πρώτα στον ουρανό, μετά στον ήλιο και το βλέμμα στράφηκε κάπου εκεί προς την ιερή πόλη με την Κάαμπα. Σφίχτηκαν τα δάχτυλα, λύγισαν τα γόνατα και τα πέτρινα μέτωπα χτύπησαν με δύναμη την καυτή άμμο. Οι ανυπότακτοι υποτάχτηκαν. Ο Θεός τους το ζητούσε. Έμειναν έτσι για λίγο σε μια τελευταία επικοινωνία με τον Προφήτη. Μείναμε και εμείς αποσβολωμένοι κοιτάζοντας τις καθαγιασμένες μορφές που τελείωναν ένας-ένας, δύο-δύο την προσευχή τους και επέστρεφαν ικανοποιημένοι στις θέσεις τους. Κύλισε ξανά το αυτοκίνητο πάνω στο δρόμο και μαζί κύλησε η νύχτα αγκαλιάζοντας με τη δροσιά της τους ανθρώπους και την ερημιά. Οι τέσσερις ξένοι φτιάξαμε μια παρέα μόνοι μας. Ψιλοκουβεντιάζαμε για τα σχέδια του ταξιδιού μας. Το ζευγάρι ήταν από τη Νέα Ζηλανδία. Ο Καρλ και η Αννέτ είχαν παντρευτεί πριν από ένα χρόνο. Είχαν επισκεφθεί τη Μέση Ανατολή και μετά  την Καμπούλ στο Ουέλινγκτον.

Το αποφασίσαμε. Θα μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο που θα βρίσκαμε. Το ζευγάρι μαζί και εγώ παρέα με τον Πίτερ. Το ταξί που σταματήσαμε θα μας πήγαινε σε κάποιο ξενοδοχείο που σύχναζαν νεαροί Ευρωπαίοι. Ο Πίτερ ανέλαβε τα παζαρέματα.

– Εξι αφγανί μίστερ! Του λέει ο αγουροξυπνημένος ταξιτζής που με το παραμικρό ξεσπούσε σε κάτι περίεργα γέλια. Ο Πίτερ μας έκλεισε το μάτι.

– «Ω, ρήηηλυ;» Οκέι, σιξ αφγανί.

Στο ταξί η μυρουδιά του χασίς έφτανε στα ρουθούνια μας. Ο ζαλισμένος σοφέρ έτρεχε με μανία στους άδειους πρωινούς δρόμους. Κοιταζόμαστε και δεν ξέρουμε αν πρέπει να γελάσουμε ή να φοβηθούμε. Ο Αφγανός ρίχνει ματιές στην Αννέτ.

– «Ντου γιου λαβ μη;» την ρωτά ξαφνικά , και το αυτοκίνητο πάει ολοταχώς προς ένα δένδρο.

Η Αννέτ τον κοιτάζει σοβαρή.

– «Νόου!» του λέει ήσυχα.

Οι ρόδες στρίγκλισαν.

– Αν δεν μ’αγαπάς δεν σας πάω πουθενά. Μ’αγαπάς;

Μας κοιτάζει ανήσυχη. Πρέπει να επέμβω.

– Αννέτ κορίτσι μου, πες του ότι τον αγαπάς, δεν χάνεις τίποτε. Ο άνθρωπος για χάρη σου μας πάει μ’ένα τάληρο τόσο δρόμο.

– Οκέι! Αι λαβ γιου.

Χαρούμενο γέλιο βγήκε από το στόμα του οδηγού και το αυτοκίνητο όρμησε σαν σίφουνας στους δενδροφυτευμένους δρόμους της συνοικίας. Το χαμηλό ξενοδοχείο φαινόταν ήσυχο. Ο Καρλ κατέβηκε να μάθει αν υπήρχαν δωμάτια. Προχώρησε ανήμπορος στο πλακόστρωτο της αυλής.

– Ντου γιου λαβ μη; Ακούγεται η φωνή γεμάτη παράπονο.

– Ω γιές, άι ντου.

Το γέλιο ενός τρελού αντήχησε ξανα. Ο Καρλ μας έκανε νόημα. Όλα εντάξει. Ο Πίτερ βγάζει έξι αφγανί για τον οδηγό.

– Ω νόου, 100 αφγανί ο ένας.

Ο Πίτερ δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Στην κατάσταση που είναι ο σοφέρ, θα μας ζητήσει όσα θέλει.

– Τέλος πάντων. Αν όχι έξι αφγανί όλοι μαζί, τότε έξι αφγανί ο καθένας. Αν δεν θέλεις, το κορίτσι δεν θα σ’αγαπάει.

Μας κοιτάζει αμίλητος για λίγο.

– Ντου γιου λαβ μη;

Η Αννέτ κουνάει το κεφάλι καταφατικά. Ωραία λοιπόν, 24 αφγανί και τελειώσαμε.

Το ισόγειο ξενοδοχείο είναι αριστούργημα. Οι ένοικοι άρχισαν ένας-ένας να θρονιάζονται στα άνετα καθίσματα του κήπου. Ο Γερμανός, οι δύο Αυστραλοί, δυο γαλανομάτες Ολλανδέζες και πολλοί Εγγλέζοι και Αμερικάνοι.

Ο Πίτερ αισθάνεται κουρασμένος από το ολονύχτιο ταξίδι. Πάει να ξαπλώσει. Προτιμώ να ριχτώ στην εξερεύνηση της γραφικής Καμπούλ. Άφησα τις …αριστοκρατικές γειτονιές με τους κήπους και τις δενδροστοιχίες και στράφηκα στο παζάρι της πόλης. Στην αγορά χιλιάδες κόσμος στριμώχνεται. Αγωγιάτες με λοξά μάτια, απ’τις φυλές του βόρειου Αφγανιστάν και καροτσέρηδες με το τουρμπάνι, τη γαμψή μύτη και το αετίσιο βλέμμα, από τα απάτητα βουνά του Παμίρ και του Ινδοκούς. Η αγορά κατακλυσμένη από μικρά και μεγάλα αριστουργήματα που σε κρατάνε ώρες μπροστά τους να τα θαυμάσεις. Ο,τι να αγοράσεις θα το μετανιώσεις. Παντού υπάρχει κάτι ομορφότερο και καλύτερο να σου κινήσει το ενδιαφέρον.

Τα βήματα με φέρνουν στην τράπεζα. Ο γαλλομαθής Αφγανός μου έδειξε με προθυμία το δρόμο. Ήπιαμε ένα ποτήρι χυμό καρότου σε ένα από τα δεκάδες υπαίθρια αναψυκτήρια, αλλάξαμε λίγες κουβέντες για την Ελλάδα και ήρθε η ώρα να αλλάξω μερικά δολάρια. Ο νεαρός υπάλληλος του λογιστηρίου είχε απελπιστεί.

– Χουίτς κάντρυ πληζ; Ποια χώρα παρακαλώ, ρωτάει με απόγνωση βλέποντας το διαβατήριό μου. Κουνάω το κεφάλι με κατανόηση. Εκείνο το Republique Hellenique τον κάνει να πιστεύει ότι ήρθα από το διάστημα.

– Γκρης μάι φρεντ, Γρης.

Αναστενάζει με ανακούφιση. Χάνεται πίσω από τις βαριές πόρτες. Αρχίζει η οδύσσεια που λέγεται συναλλαγή με την τράπεζα. Ακούω το όνομά μου. Ο σαρικοφόρος ταμίας -γραφική αντίθεση μέσα στους κοστουμαρισμένους συναδέλφους του- μετράει 400 αφγανί.

Επιστρέφω στο θαυμάσιο περιβάλλον του ξενοδοχείου. Οι νεαροί ευρωπαίοι είναι όλοι παρόντες. Ο αυστραλός καταφεύγει σε μένα. Θέλει να μάθει πως μπορεί να πάει από εδώ οδικώς στο Ισραήλ μέσω Λιβάνου ή Ιορδανίας. Δεν έχει ακούσει φαίνεται ποτέ του για τον Αραβοϊσραηλινό πόλεμο. Στην Αυστραλία δεν φτάνουν οι δυσάρεστες ειδήσεις. Το ζευγάρι των αμερικανών κουβεντιάζει με το γερμανό δίπλα μου.

– Μήπως ξέρεις πώς μπορώ να πάω από την Τουρκία στα ελληνικά νησιά;

– Μπορώ να σου πω εγώ. Είμαι Ελληνας.

– Ω! … ρήηηλυ;

Τα βλέμματα στρέφονται επάνω μου. Κανείς δεν είχε υποπτευθεί την καταγωγή μου. Η Ολλανδέζα με τα παρδαλά μάτια και τα σαρκώδη χείλη έρχεται κοντά μου. Κάθεται στο στρωσίδι και ακουμπά τα χέρια της στα γόνατά μου.

– Είσαι Ελληνας; Ακούγεται μια αισθησιακή φωνή ενώ τα μάτια της αιχμαλωτίζουν τα δικά μου.

– Εσύ από πού είσαι;

– Από το Κάρλσμπουργκ, στην Ολλανδία.

– Ίσως επισκεφτώ γρήγορα τον τόπο σου.

– Ω, ναι. Να έρθεις στο Κάρλσμπουργκ … Γουργούρισε απαλά. Τα δάχτυλά μου ανακατεύτηκαν στα μαλλιά της.

– Εμείς γυρίζουμε στην Ολλανδία. Είμαι παρέα με μια φίλη μου. Εσύ που πηγαίνεις; Κουνήθηκα από τη θέση μου. Όταν ξεκίνησα από την Ελλάδα ήμουν ευχαριστημένος αν θα έφτανα μέχρι το Αφγανιστάν. Τώρα είχα γίνει άπληστος. Τραβάω χωρίς δισταγμό για την Ινδία. Όμως το στόμα μου αποθρασύνθηκε.

– Πάω στην Κεϋλάνη και από εκεί ίσως φτάσω στις Μαλβίδες στον Ινδικό.

– Είναι όμορφα εκεί; Ξανακούστηκε το γουργούρισμα και σφίχτηκε πιο πολύ στο πόδι μου.

– Ναι. Μαργαριταρένια νησιά όλο ομορφιά.  Σαν τα μάτια της κοπελιάς από το Κάρλσμπουργκ.

Σηκώθηκα νωρίς. Σκόπευα να συνεχίσω στο Πακιστάν και οι άλλοι να μετακομίσουν αλλού. Ο Καρλ μαλώνει έντονα με τον ξενοδόχο. Αποδείχνεται ότι η τιμή δεν ήταν 50 αφγανί το δωμάτιο αλλά 590 το άτομο. Νευριασμένος πετάει τα λεφτά που πρωτοσυμφωνήσαμε και φεύγει μουρμουρίζοντας. Ο Πίτερ μασουλάει νωχελικά μια τσίχλα σηκώνοντας τους ώμους. Εγώ παριστάνω το γνωστό εκείνο πτηνό με τη μεμβράνη ανάμεσα στα δάκτυλα. Στο δρόμο χωρίζουμε. Δεν θα ξανάβλεπα τους φίλους. Εκτός από ένα. Τριάντα μέρες αργότερα και μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα νοτιότερα, πηγαίνοντας προς τον παραδείσιο νησί του Ινδικού θα ξανακούσω απ’τον άνθρωπο με τα κοκκινωπά γένια, τα χρυσά γυαλιά, το πονηρό απαθές βλέμμα και την τσίχλα στο στόμα, το τόσο γνωστό εκείνο “ω, ρήηηλυ”.

Ο υπάλληλος των πακιστανικών λεωφορειακών γραμμών κοιτάζει τα βιβλία του.

– Μόνο μεθαύριο έχει θέση αν θέλετε, μου ξεκαθαρίζει.

Ξυνίστηκα. Ηθελα να φύγω σήμερα. Το λεωφορείο πηγαίνει κατευθείαν Καμπούλ-Πεσάβαρ, την πρώτη μεγάλη πόλη στο Πακιστάν. Υπάρχει όμως και λεωφορείο αφγανικό κοντά στη γέφυρα του ποταμού Καμπούλ.

Ο σαρικοφόρος γραβατωμένος κύριος μου τόπε καθαρά: Αύριο στις 7.30 φεύγει το λεωφορείο. Τιμή 100 αφγανί. Εκλεισα θέση και έψαξα για ένα όσο πιο φτηνό κρεβάτι γινόταν για να περάσω τη νύχτα. Με 20 αφγανί , το μονόκλινο δωμάτιο με φιλοξένησε στο φτωχικό βρώμικο ξενοδοχείο. Πάντως είχε κοινόχρηστο μπάνιο και ζεστό νερό. Πέρασα όλη τη μέρα σκαλίζοντας τα κιτάπια μου, βλέποντας χάρτες και υπολογίζοντας τα λεφτά. Απ’την Ελλάδα μέχρι εδώ είχα εξαργυρώσει 150 δολάρια. Ποσό πολύ  σημαντικό. Αν δεν έκανα στο εξής οικονομία θα βρισκόμουν σε δύσκολη θέση. Όλα κι όλα είχα 300 δολάρια. Δεν υπολόγιζα όμως όσα χαρτονομίσματα περίσσεψαν από την Τουρκία και το Ιράν απ’όπου θα ξαναπερνούσα. Σίγουρα εκεί δεν θα χρειαζόταν να υπολογίσω τα δολάρια. Τα ριάλ και οι λίρες θα έκαναν καλά τη δουλειά τους.

Τα μάτια μου ήταν ακόμα πρησμένα από τον ύπνο όταν έφτασα στο πρακτορείο. Το σακίδιο βρέθηκε στη σχάρα και εγώ κάπου στο τελευταίο κάθισμα. Μόνο άνδρες και παιδιά ταξίδευαν. Όλοι με σαρίκια, τεράστια σαρίκια, που κάλυπταν τα ξυρισμένα κεφάλια των αγοριών και τα ρυτιδωμένα μέτωπα των ανδρών.

Κύλισε με θόρυβο το σαραβαλάκι στους δρόμους της Καμπούλ και ξεχύθηκε θαρραλέα στον ασφαλτωμένο επαρχιακό δρόμο. Πορτοκαλιές και λεμονιές έζωναν τον τόπο. Χάζευα για ώρα τα γνώριμα δένδρα. Το παιδάκι με το τουρμπάνι δίπλα μου παρατηρούσε το βλέμμα μου.

Οι στροφές πυκνώνουν καθώς απότομα, συνειδητοποιώ πόσο ψηλά ήταν χτισμένη η Καμπούλ.

Το ήρεμο οροπέδιο τελειώνει σε μια απότομη χαράδρα. Τα λιγοστά νερά του ποταμού πέφτουν με θορυβώδη μεγαλοπρέπεια από 100 μέτρα ύψος πάνω στο βράχο και κατρακυλούν αφρισμένα στον πυθμένα του περάσματος. Τρία μέτρα δρόμος όλο κι όλο, αφήνει με δυσκολία να περάσει το μικρό λεωφορείο ενώ αριστερά μας παραμονεύει πέτρινος σκουρόχρωμος γκρεμός. Συνεχίζουμε κάμποσο την πορεία μας κολλητά στην πλευρά του βράχου έχοντας πάντα αριστερά το ποτάμι, ώσπου βρισκόμαστε μονομιάς σε ένα άλλο  κόσμο.

Τα βουνά χαμήλωσαν, οι πλαγιές πρασίνισαν, φάρδυναν τα ποτάμια, φανερώθηκαν οι άνθρωποι. Ήμερο, γλυκό τοπίο, παίρνει τη θέση της αγριάδας του στενού περάσματος. Δένδρα, πολλά δένδρα παντού, ομορφαίνουν τη φύση. Καμιά ντουζίνα Αφγανοί χορεύουν με τη μουσική των υπόκωφων τυμπάνων στη μέση του δρόμου. Μας κάνουν τόπο αν περάσουμε και ξαμολιόμαστε στην ευθεία άσφαλτο προς το Πακιστάν. Αριστερά τα βουνά του Νουριστάν. Οι γαλανομάτες κάτοικοί του με το λευκό δέρμα και την παράξενη λαλιά δεν είναι σίγουροι πώς βρέθηκαν εδώ. Οι πολλοί πιστεύουν πως είναι απόγονοι των ανθρώπων ενός μεγάλου, του Ισκέντερ. Ήρθε κάπου απ’τη δύση σε αυτόν τον τόπο και ξανάφυγε.

Ανατριχιάζει κανείς καθώς εκείνο το καθάριο γαλάζιο χρώμα των ματιών τους σε κοιτάζει εξεταστικά. Δεν μπορεί. Αυτά τα μάτια δεν γεννήθηκαν στις κορυφές του Ινδοκούς και τις πλαγιές του Παμίρ. Τα γέννησε η ίδια η θάλασσα που τους χάρισε το χρώμα της. Και το Αφγανιστάν δεν έχει θάλασσα… Τα δένδρα πυκνώνουν και στα περιβόλια δεν χωράνε άλλες πορτοκαλιές. Οι κήποι των σπιτιών είναι πνιγμένοι στα λουλούδια. Όλοι όσοι ταξιδεύουν στο Αφγανιστάν το ξέρουν καλά. Το Τζαλαλαμπάντ είναι η πόλη των λουλουδιών.

Το παζάρι γεμάτο φρούτα και λουλούδια σε κάνει να ξεχάσεις τις δυσκολίες της ερήμου και τις κακουχίες των βουνών. Για κάμποση ώρα ακόμα τρέχουμε στον ήσυχο ασφαλτωμένο δρόμο ανατολικά της Τζαλαλαμπάντ μειώνοντας λίγο-λίγο την απόσταση από το Πακιστάν.

Την πλατιά κοιλάδα διαδέχεται το τελευταίο στένωμα του βουνού του Ινδοκούς. Απότομες πλαγιές σαν τείχη ορθώνονται απ’τις δύο πλευρές κάπου διακόσια μέτρα πάνω απ’τα κεφάλια μας. Η ημισέληνος μέσα σε λευκό και πράσινο φόντο φλυαρεί με τον αέρα. Είναι το Πέρασμα του Κhyber. Αυτό που έδωσε στην στρατιά του Αλέξανδρου το κλειδί για να περάσει στις πλατιές πεδιάδες του Ινδού. Ριχτήκαμε τρέχοντας στο στενό δρόμο προς το πέρασμα. Η διάβαση ανάμεσα από το Κhyber Pass τώρα αρχίζει. Μαζί της αρχίζει για μένα το μακρύ ταξίδι στην Ινδική χερσόνησο…

Το Αφγανιστάν σήμερα, σε εικόνες…

 

Μπάμπης Μπίζας – Carnet de Voyage – Βόρειος Πόλος Αποστολή εξετελέσθη

Αρθρο από το Carnet de Voyage

https://carnetdevoyage.gr/%ce%b2%cf%8c%cf%81%ce%b5%ce%b9%ce%bf%cf%82-%cf%80%cf%8c%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%b1%cf%80%ce%bf%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ae-%ce%b5%ce%be%ce%b5%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%ad%cf%83%ce%b8%ce%b7/

 

Ζώνη Κεντρικής Σιβηρίας ώρα 22.38.

Το γιγάντιο ελικόπτερο της ρώσικης πολιτικής αεροπορίας, που έχει ξεκι­νήσει πριν από 8 ώρες απ’ τον πολικό σταθµό “Πρίμα” του Ακρωτηρίου Μπαράνοφ στη Σεβέρναγια Ζέµλια, ακουµπάει πάνω στην παγωμένη επιφάνεια του ωκεανού, σ’ ένα γιγάντιο κοµµάτι επιπλέοντος πάγου. Από κάτω υπάρχουν 3500 µέτρα νερού. Επάνω η κορυφή της γης. Ο Βόρει­oς Πόλος!

Σε λίγο η ελληνική σηµαία θα κυματίζει στις 90° βόρειο πλάτος.

Μέχρι τώρα ελάχιστοι ταξιδιώτες έχουν κατορθώσει να φτάσουν σ’ αυτό το µα­κρινό και δυσπρόσιτο σημείο της γης.

Κι όσοι ήρθαν, το κατάφεραν χάρη στα ρώσικα πυρη­νοκίνητα παγοθραυστικά που κάθε καλοκαίρι ανοίγουν δρόµο ανάµεσα στους αιώνιους πά­γους που αγκαλιάζουν τον Βόρειο Παγωµένο Ωκεανό, και φέρνουν µαζί τους µερικές δεκάδες αποφασισµένους ταξιδιώτες.

Αυτή τη φορά όµως επρόκειτο για κάτι δια­φορετικό. Οι 17 ταξιδιώτες και το 5µελές πλή­ρωµα του Μ8 ανήκαν σ’ εκείνη τη “ράτσα” τα­ξιδιωτών που βιώνουν µε ένταση την κάθε στιγµή.  Ανάµεσα τους ο μικρόσωμος και σεβά­σµιος διευθυντής της γερμανικής ΚRUPP, Ολλανδοί επιχειρηματίες, Αυστριακοί βιομήχανοι και µια Ολ­λανδέζα νοικοκυρά. Σε όλους υπήρχε η αίσθη­ση ότι συμμετέχουμε σε κάτι πολύ σηµαντικό και άτυπα αντιπροσωπεύαµε τις χώρες µας. Σαν ο µοναδικός Έλληνας αυτής της διοργά­νωσης, ένιωθα µια ιδιαίτερη χαρά κι ένα ξεχω­ριστό συναίσθηµα.

Τρεις µέρες νωρίτερα είχαµε συναντηθεί τα µέλη της αποστολής στην Αγία Πετρούπολη. Την επόμενη, οι Ρώσοι µας οδήγησαν με ένα φορτηγό, µαζί µε τα τρόφιµα και τα εφόδια σ’ ένα µικρό σχεδόν εγκαταλελειμμένο αεροδρόµιο της πόλης, για να ε­πιβιβαστούµε στο ελικοφόρο αεροπλάνο που θα µας µετέφερε στο Ντίκσον, το βορειότερο ση­µείo της Αρκτικής Σιβηρίας, όπου υπάρχει αεροδρόμιο. Αρχίσαµε τη µεταφόρτωση από το φορτηγό στο αεροπλάνο. Ο ηλικιωμένος διευ­θυντής της ΚRUPP έριξε µε άνεση ένα κατε­ψυγµένο µπούτι στον ώµο του και ακολούθησε τον σωματώδη Ολλανδό που κρατούσε το κι­βώτιο µε τις κονσέρβες. Τα καθίσµατα του αε­ροπλάνου δεν έφταναν για όλους. Έτσι µερικοί καθίσαµε στα κιβώτια και κρατηθήκαµε από κάποιους ιµάντες για την απογείωση. Είχαµε πολύ δρόµο µπροστά µας.

Από την Αγία Πε­τρούπολη µέχρι το Ντίκσον θα χρειάζονταν 10 ώ­ρες! Το ”Antonov” µούγκρισε καθώς άρχισε να σηκώνεται αργά, πετώντας πάνω από την πα­γωµένη ακόµα ρώσικη πεδιάδα. Είναι Μάϊος και στα νερά της λίµνης Ovέγκα επιπλέουν α­κόµα τεράστια κοµµάτια πάγου. Δυο ώρες αρ­γότερα πετούσαµε πάνω από το λιµάνι του Αρχάγκελσκ.

Μετά από ένα ακόµη δίωρο αρχίσαµε την κάθοδο. Το άγνωστο Άµντερµαν. Ένα έρημο αεροδρόµιο στις ακτές του ωκεανού, που είχε λάβει οδηγίες να µας ανεφοδιάσει. Κάπου στο βάθος διακρινόταν µια µικρή πόλη. Αποφάσισα µε έναν-δύο Ολλανδούς να εξερευνήσουµε την περιοχή, που ήταν καλυµµένη µε ένα µέτρο χιόνι Πριν καλά – καλά αποµακρυνθούµε από το αφύλακτο αεροδρόµιο, είδαµε ένα τζιπ να έρχεται καταπάνω µας και τον Σεργκέι, που ήταν ο συντονιστής της αποστολής, να ουρλιάζει από µακριά. Έγινε φανερό πως δεν ήταν και πολύ φυσικό να κυκλοφορούµε σε στρατιωτικές περιοχές της Σιβηρίας σαν να κάναµε περίπατο στη Λεωφόρο Νέφσκυ. Στη συνέχεια της πτήσης µας προσφέρθηκε “φαγητό”, που έµελλε να είναι το κλασικό µενού εν πτήσει των επόµενων ημερών. Σαλάµι, µαύρο ψωµί και τυρί κασέρι “κασκαβάλ”. Αργά το απόγευµα και µε τον ήλιο πάντα να µεσουρανεί, προσγειωθήκαµε στο παγωµένο αεροδρόµιο του Ντίκσον. Με ερπυστριοφόρο όχημα μεταφοράς προσωπικού, καταλήξαµε στον τοπικό ξενώνα.

Το επόµενο πρωί γνωριστήκαµε µε το πενταµελές πλήρωµα του ελικοπτέρου. Ένας κυβερνήτης, δύο χειριστές, ένας πλοηγός, ένας ασυρµατιστής. Όλοι έµπειροι, µε χιλιάδες ώρες πτήσης σε αποστολές στη Σιβηρία. Το µεσηµέρι θα ξεκινούσε το γιγάντιο Μ8 µε όλους εµάς και τα εφόδια για τον πολικό σταθμό Μπαράνοφ, που θα αποτελούσε τη βάση της εξόρμησης στο Βόρειο Πόλο. Οι άδειες  από την τοπική στρατιωτική διοίκηση είχαν δοθεί, αλλά όχι χωρίς  εμπόδια. Είχαν απαγορεύσει την προγραμματισμένη επίσκεψη στη Νόβαγια Zέμλυα και τη Γη Φραγκίσκου Ιωσήφ. Παραλίγο να τεθεί θέμα ακύρωσης  της αποστολής που απε­φεύχθη χάρη στην παρέμβασή μου και τη σύ­μπραξη των Ολλανδών

Το μεσημέρι το Μ8 ξεκίνησε για τη Σεβερν­άγια Ζέμλια ενώ δύο ακόμη ολόιδια μεγαθήρια απογειώθηκαν με κατεύθυνση βόρεια για να συμμετάσχουν με το δικό τους τρόπο στην α­ποστολή. Το ένα μετέφερε καύσιμα, για να μας ανεφοδιάσει στην 18ωρη αυριανή πτήση στο Βόρειο Πόλο, ενώ το άλλο θα βρισκόταν σε επιφυλακή για κάθε ενδεχόμενο στο Ακρωτήριο Αρκτίτσεσκυ του νησιού Κομσομόλσκ  στο βορειότερα σημείο του Αρχιπελάγους της Σεβέρναγια Ζέμλυα.

Η χαμηλή πτήση του ελικοπτέρου πρόσφερε εξαιρετική θέα του παγωμένου τοπίου της Αρκτικής Σιβηρίας και ευκαιρία για παρατήρηση του χώρου. Οι πιλότοι, όποτε εντόπιζαν στην απεραντοσύνη του λευκού, τάρανδους ή πολικές αρκούδες άλλαζαν κατεύθυνση κάνοντας κύκλους πάνω από τα τρομοκρατημένα ζώα! Το να κάνεις πτήση αναψυχής με τα γιγάντια αυτά ελικόπτερα, είναι να εξερευνάς το Γκραντ Κάνυον με τζάμπο τζετ.

Το Ακρωτήριο Τσελιούσκιν είναι το βορειότερο ηπειρωτικό σημείο του κόσμου και η ομώνυμη στρατιωτική βάση είναι χαμένη μέσα στο χιόνι τους περισσότερους μήνες του χρόνου. Στη μία ώρα που μείναμε εκεί, περπατήσαμε στις παγωμένες ακτές της θάλασσας μέχρι το μνημείο των ρώσων εξερευνητών του Βορειοανατολικού Περάσματος υπό το άγρυπνο βλέμμα των ρώσων φρουρών της βάσης.

Το τελευταίο κομμάτι του ταξιδιού μας πάνω από το αρχιπέλαγος της Σεβέρναγια Ζέμλια, είναι το πιο ενδιαφέρον καθώς η παγωμένη θάλασσα εισχωρεί μέσα σε φιόρδ και κόλπους με απότομες ορθοπλαγιές και τεράστια παγόβουνα που έχουν αποσπαστεί από γειτονικούς παγετώνες.

Στον πολικό σταθμό Πρίμα, μας υποδέχονται οι τρεις μόνιμοι κάτοικοί του. Ο Βαλόντια, ο ασυρματιστής, η γυναίκα του Έλενα από την Ουκρανία, και ο Αλεξέϊ ο μηχανολόγος, που περίμενε με ανυπομονησία την κόρη του Σοφία, που ταξίδεψε μαζί μας. Μόνιμοι σύντροφοί τους δύο τεραστίων διαστάσεων σκυλιά,  κάτι μεταξύ αρκούδας και Αγίου Βερνάρδου! “Ο φόβος και ο τρόμος των πολικών αρκούδων του Μπαράνοφ”, λέει με καμάρι ο Βαλόντια.

Σε λίγο η ελληνική σημαία θα κυματίζει στην είσοδο του πολικού σταθμού, και δίπλα της η ρωσική.

Οι οικοδεσπότες νιώθουν ιδιαίτερη τιμή που συμμετέχει Έλληνας στην αποστολή και θέλουν να το εκφράσουν με κάθε τρόπο!

Ο νυχτερινός ήλιος μας ξεγέλασε και πήγαμε αργά να κοιμηθούμε. Εξάλλου όλοι περιμέναμε με αγωνία την αυριανή μέρα.

Το πρωί της 15ης Μαΐου ο πολικός σταθμός στο Μπαρανόφ ήταν σκεπασμένος με πυκνή ομίχλη.

Η ανησυχία ήταν έκδηλη στα πρόσωπα όλων. Σε τέτοια γεωγραφικά πλάτη, οι καιρικές συνθήκες καθορίζουν την τύχη κάθε δραστηριότητας και φυσικά και της δικής μας αποστολής. Όμως ο Βαλόντια, ο ασυρματιστής ήταν ήρεμος. Αυτός ήταν που, με τον ισχυρό ασύρματο του πολικού σταθμού, θα συντόνιζε την πορεία των τριών ελικοπτέρων, ώστε να μας συναντήσουν μέσα στην απεραντοσύνη του παγωμένου ωκεανού, για ανεφοδιασμό ή παρέμβαση διά­σωσης.

Στις 11 το πρωί ο ήλιος έλαμψε πάλι πάνω από τους πάγους και μαζί του τα πρόσωπα των μελ­ών της αποστολής.

Στο ελικόπτερο, καθίσαμε στους σανιδένιους πάγκους και βολευτήκαμε όσο καλύτερα μπορούσαμε. Άρχιζε μια τιτάνια αποστολή 19 ωρών χωρίς διάλειμμα, με τη συμ­ετοχή των τριών ελικοπτέρων και με τις  στρατ­ιωτικές βάσεις της Αρκτικής σε επιφυλακή.

Η τελευταία στάση σε στεριά ήταν το σκεπασμένο από χιόνια, Ακρωτήριο Αρκτίτσεσκυ , στις 82° βόρειο πλάτος. Κάτω από τους πάγους βρίσκονταν δεξαμενές καυσίμων και ο αξιωματικός που τις διαχειριζόταν είχε φτάσει με το δεύτερο ελικόπτερο σ’ αυτή την ερ­ημιά του κόσμου, μετά από δυο ώρες πτήσης από τη βάση του. Θα περίμενε εδώ μόνος μέχρι την επιστροφή των ελικοπτέρων, προσπαθώ­ντας να φτιάξει τσάι λιώνοντας τον πάγο σ’ ένα μεγάλο κονσερβοκούτι.

Από δω και πέρα ο χρόνος χάνει το νόημα του, καθώς ξεκινάμε για το μεγάλο άλμα: 900 χιλιόμετρα παγωμένης θάλασσας μας χωρίζουν από το γεωγραφικό Βόρειο Πόλο. Το ελικόπτερο πορεύεται συνεχώς βόρεια και παρατηρούμε τον ωκεανό, που πότε είναι συμπαγής σαν μάρμαρο και πότε σχηματίζει τεράστια ανοίγματα, σαν θαλάσσια ποτάμια, πολύτιμα για την επιβίωση των φαλαινών που κολυ­μπoύν μεγαλόπρεπα στα νερά του.

Μετά από τέσσερις ώρες πτήση, μας ειδοποιούν πως πίσω μας έρχεται το ελικόπτερο ανεφοδιασμού. Πράγματι, για κάμποση ώρα πετάμε παράλληλα αναζητώντας την κατάλληλη επιφάνεια για προσγείωση. Γρήγορα, ο ασυρματι­στής πετιέται έξω και δοκιμάζει τη σταθερότη­τα του πάγου μ’ ένα λοστό, πριν ακουμπήσει το Μ8 με όλο του το βάρος. Όση ώρα συντελείται ο ανεφοδιασμός, εξερευνούμε την παγωμένη επιφάνεια του ωκεανού. Αντίθετα απ’ ότι θα νόμιζε κανείς, η επιφάνειά του δεν είναι επίπε­δη. Για την ακρίβεια, δεν είναι παντού επίπεδη. Η παλίρροια και η άμπωτη κομματιάζουν την επιφάνεια του πάγου, που ξαναπαγώνει αμέ­σως σε διαφορετικό ύψος από την υπόλοιπη παγωμένη επιφάνεια. Αποτέλεσμα αυτών των αέναων κινήσε­ων του νερού και του πάγου είναι να σχηματίζονται στα σημεία θραύσης φράγματα από τα συντρίμμια της παγωμένης μάζας του ωκεανού, μήκους πολλών χιλιομέτρων.

Ουσιαστικά η μετακίνηση πάνω στις πα­γωμένες επιφάνειες του ωκεανού είναι τρομε­ρά δύσκολη, και επιβάλλεται στους εξερευνη­τές αυτών των περιοχών της Γης να κάνουν πα­ρακάμψεις δεκάδων χιλιομέτρων, για να απο­φύγουν τέτοια εμπόδια. Υπάρχει όμως ένα α­κόμη εμπόδιο στην πορεία στον πάγο: Τα ρήγματα. Αθέατα από μακριά, έχουν πλάτος από λίγα εκατοστά μέχρι μερικές δεκάδες μέτρων. Στην πρώτη περίπτωση περνάει κανείς καλά αν αγνοήσει το γεγονός ότι κάτω ξετυλίγεται μια άβυσσος 4500 μέτρων. Το τρίτο εμπόδιο είναι οι λευκές αρκούδες,  οι κυρίαρχοι του Βορρά, που περιπλανώνται σε όλο το εύρος του πολικού κύκλου ανεμπόδιστες από οτιδήποτε.

Τρώνε τα πάντα, ότι κινείται και αναπνέει. Κινούνται με άνεση στο νερό και με εκπληκτική ταχύτητα στον πάγο. Δεν φοβούνται κανέναν.

Οι δύο ώρες που μας χώριζαν από τον Βόρειο Πόλο κύλησαν γρήγορα. Στις 22.30 το ελικόπτερο έφτασε πάνω από την περιοχή του Πόλου και κάνοντας αναγνωριστικούς κύκλους άρχισε να χαμηλώνει. Ώρα 22.38 Ανατολικής Σιβηρίας. Σε μια επιφάνεια παγωμένης θάλασσας- όμοιας με αυτές που συναντήσαμε στην πορεία μας από τον πολικό σταθμό-, το ελικόπτερο ακουμπά με αυτοπεποίθηση αποβιβάζοντας τους 17 επιβάτες και το 5μελές πλήρωμα. Όλα θα έμοιαζαν ίδια αν η οθόνη του  GPS δεν έδειχνε 90°.

Το μαγικό νούμερο που βεβαίωνε ότι βρίσκεσαι στην κορυφή του κόσμου!

Το γεγονός γιορτάστηκε με …σαλάμι, βότκα και σαμπάνια . Όσοι πρόλαβαν γεύτηκαν και λίγα σαλατικά πριν αυτά κοκαλώσουν από τους μείον 16° που επικρατούσαν στο Βόρειο Πόλο.

Η ώρα είχε πάει 12 το βράδυ, άσχετα αν ο ήλιος μεσουρανούσε. Από εδώ απείχαμε 1200 χιλιόμετρα από τη βάση μας και τα ελικόπτερα υποστήριξης περίμεναν κάπου πάνω στον πάγο, στις 88°, την επιστροφή μας. Άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Υποστείλαμε τις σημαίες μας και ξεκινήσαμε το ταξίδι της επιστροφής. Οκτώ ώρες αργότερα, και με δύο ανεφοδιασμούς καθ’ οδόν, αντικρίσαμε τον πολικό σταθμό “Πρίμα” στο Μπαράνοφ.

Είχαν περάσει 19 ώρες από την στιγμή που αναχωρήσαμε.

Αποστολή εξετελέσθη.

Συνέντευξη με τον Χαράλαμπο Μπίζα,τον πιο πολυταξιδεμένο άνθρωπο στον κόσμο.

Έχει ταξιδέψει σε 195 χώρες,έχει 43 διαβατήρια,το όνομα του έχει γραφτεί στο βιβλίο Γκίνες και είναι ο πρώτος Έλληνας που πάτησε το πόδι του στο Βόρειο αλλά και το Νότιο Πόλο υψώνοντας μάλιστα και την ελληνική σημαία.

Το National Geographic Traveller , η  China Daily και καμιά εικοσαριά άλλα έντυπα από τη Βραζιλία μέχρι το Βιετνάμ όπως μας δήλωσε τον έχουν χαρακτηρίσει ως τον πιο πολυταξιδεμένο άνθρωπο του κόσμου.Ο λόγος για τον Χαράλαμπο Μπίζα από την Άρτα.

Όταν του ζητήσαμε να μας παραχωρήσει την συγκεκριμένη συνέντευξη βρισκόταν στο Βορειοανατολικό Κονγκό στην πόλη Κισανγκάνι και ετοιμαζόταν να διασχίσει τον ποταμό Κονγκό.

Συνέντευξη Άρτεμις Καλαμογιώργου

Σας έχουν δώσει τον τίτλο  «Ο Έλληνας Φιλέας Φογκ»  όταν το διαβάσατε πρώτη φορά πώς σας φάνηκε;

Διασκεδαστικό.  Αλλά κάπως προσδιόρισε το ότι  έχω ταξιδέψει ανά τον κόσμο . Ο ήρωας του Ιουλίου Βερν  φυσικά είχε ένα στοίχημα που έπρεπε να κερδίσει και είχε έναν αγώνα δρόμου με το χρόνο. Εγώ δεν είχα καν στοίχημα με τον εαυτό μου ότι θα πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφτώ και τις 195 χώρες του πλανήτη. Απλά ταξίδευα ικανοποιώντας την αγάπη μου για εξερεύνηση και στο τέλος συνέβη.

Πότε κάνατε το πρώτο σας ταξίδι και που;

Όταν ήμουν 22 χρονών στα συνηθισμένα. Στις γειτονικές χώρες . Βουλγαρία με Ρουμανία την πρώτη φορά , Τουρκία τη δεύτερη , Γιουγκοσλαβία και Ουγγαρία την  τρίτη. Όλα με ωτοστόπ.

Είστε πράγματι ο πιο πολυταξιδεμένος Έλληνας;

Δεν ξέρω στην Ελλάδα αλλά το National Geographic Traveller , η  China Daily και καμιά εικοσαριά άλλα έντυπα από τη Βραζιλία μέχρι το Βιετνάμ με χαρακτήρισαν  τον πιο πολυταξιδεμένο άνθρωπο του κόσμου. Κάτι θα ξέρουν . Είμαι της λογικής αν αξίζεις κάτι άσε τους άλλους να μιλήσουν  για σένα.

Ποιες χώρες αγαπήσατε περισσότερο και γιατί;

Τη Ρωσία για την κουλτούρα , το σεβασμό προς τις διαχρονικές αξίες  και τον αυθεντικό χαρακτήρα. Φυσικά για τα μνημεία , την πολυμορφία, την τέχνη  την άγρια φύση . Ένιωσα την ανάγκη πως έπρεπε να γράψω ένα βιβλίο για τα 30 χρόνια που ταξιδεύω στην Ρωσία και εξέδωσα έναν οδηγό με τον ελληνικό τίτλο ΠΑΣΩΝ ΤΩΝ ΡΩΣΙΩΝ και αγγλικά ALL RUSSIA GUIDE.

Ποιο ταξίδι ήταν αυτό που θα σας μείνει χαραγμένο στο μυαλό;

Το ταξίδι της Κεντρικής Ασίας  στις πέντε ανεξάρτητες από την πρώην Σοβιετική Ένωση χώρες όπως το Τατζικιστάν, Η Κιργισία, το Καζαχστάν ,το Ουζμπεκιστάν και η Τουρκμενία. Δύσκολες καταστάσεις , πολλές αντιξοότητες  και περιπέτειες αλλά μεγάλη εμπειρία!

Υπάρχουν δυσκολίες που αντιμετωπίσατε σ’ αυτά τα ταξίδια; Θυμάστε μια από τις μεγαλύτερες;

Η πρώτη μεγάλη δυσκολία ήταν ότι με βάλανε στα κρατητήρια της Ασφάλειας στη Βεγγάζη της Λιβύης γιατί φωτογράφιζα στην αγορά . Η δεύτερη είναι τώρα σ’αυτό το ταξίδι στο Κονγκό όπου κάθε λίγο εμφανίζεται αστυνομικός ασφαλίτης ή κάποιος απ την υπηρεσία ελέγχου διαβατηρίων και ψάχνει αφορμή να βγάλει χρήματα. Προσπαθεί  να σου  σπάσει  τα νεύρα αλλά χάνεις μονίμως χρόνο προσπαθώντας να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας.

Σε ποια χώρα από όλες αυτές που επισκεφτήκατε θα μπορούσατε να μείνετε εκεί μόνιμα;

Ίσως στη Γερμανία ή στον Καναδά. Μου αρέσει η ποιότητα ζωής ο σεβασμός στον πολίτη και η προστασία του περιβάλλοντος.

Το όνομα σας έχει γραφτεί στο βιβλίο Γκίνες, ήταν ένας στόχος;

Νομίζω ότι το απάντησα εμμέσως  στην αναφορά μου και τον συσχετισμό με τον Φιλέα Φόγκ. Δεν είχα κανένα στόχο ή φιλοδοξία να με γράψει κανείς . Ούτε τώρα που ταξιδεύω  πάνω από 300 μέρες το χρόνο εξερευνώντας άγνωστες γωνιές του πλανήτη. Μ’αρέσει να γνωρίζω τον κόσμο και να μοιράζομαι όσα μαθαίνω ,  με όσους ενδιαφέρονται. Ελπίζω να συνέβαλα με τον τρόπο μου κι άλλοι ταξιδιώτες φίλοι ή απλά γνωστοί  να γνωρίσουν τον κόσμο.

Υπάρχουν πολλοί που ονειρεύονται να ταξιδέψουν αλλά δεν το τολμούν ή πιστεύουν πως είναι ένα χόμπι που απαιτεί πολλά χρήματα. Τι έχετε να τους πείτε;

Γιατί δεν το τολμούν; τι τους φοβίζει; Το άγνωστο; Μπορούν να πάνε κάλλιστα μ ένα ταξιδιωτικό γκρουπ να πληρώσουν λίγα και θα δουν πολλά. Ας ξεκινήσουν απ την Κωνσταντινούπολη . Οι ομαδικές εκδρομές με πούλμαν κοστίζουν 190 Ευρώ. Πιο φτηνά και από το τριήμερο στο σπίτι σου.

Τι έχετε πάντα μαζί σας σ’αυτά τα ταξίδια;

Διαβατήριο πιστωτική κάρτα και  το « 1-2-3»

1 ζευγάρι παπουτσια

2 Εσώρουχα , παντελόνια και πουκάμισα

3 φάρμακα Ασπιρινες Αντιβιοτικά Αντιδιαρροϊκά

Όλα σε μια χειραποσκευή

Που βρίσκεστε τώρα;

Στο Βορειοανατολικό Κονγκο στην πόλη Κισανγκάνι. Περιμένω να βρω μαούνα που θα σαλπάρει κάνοντας τον κατάπλου του ποταμού Κονγκό διασχίζοντας απομονωμένες περιοχές και χωριά της ενδοχώρας.

Ποιο θα είναι το επόμενο προγραμματισμένο σας ταξίδι;

Νέα Καληδονία ,στον Ειρηνικό Ωκεανό. Ολοκληρώνω έτσι την εξερεύνηση του  τελευταίου αρχιπελάγους του Νότιου Ειρηνικού που ξεκίνησε πριν τρία χρόνια και περιλάμβανε τη Γαλλική Πολυνησία , τα νησιά Κουκ, τα νησιά της Σαμόα, την Τόγκα , τα Φίτζι , Το Βανουάτου , τα Νησιά Σολομώντος και τη Νέα Γουινέα.

Οι φωτογραφίες έχουν χρησιμοποιηθεί απο το λογαριασμού του κ.Μπιζά μετά απο άδεια του.

https://www.peopleofgreece.gr/synenteyxii-me-ton-charalampo-mpizaton/?fbclid=IwAR3Uz3A8nPLUMyMD-0OO2F8fBMtrJxCJLpSrdP0t5t5S-PmP0q9FUUpgRz4